Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Η φωλιά της οχιάς - Αντρέα Καμιλλέρι


Λοιπόν τούτο το βιβλίο μόνο και μόνο για τον τίτλο του, δικαιούται ένα δεκάρι. Συγγραφέας που βάζει τα φίδια στον τίτλο του (γιατί στο DNA μου κυλάει και κάτι από οχιά), χαίρει της εκτίμησης μου και του το ανταποδίδω.
Είμαι λάτρης του Μονταλμπάνο, του αστυνομικού ήρωα του Καμιλλέρι. Είναι τύπος μεσογειακός, καλοφαγάς, με μοναδικό σπίτι με βεράντα που βλέπει στη θάλασσα, που παρά τα 58 του χρόνια έχει ακόμα αρραβωνιαστικιά και που λύνει τις αστυνομικές του υποθέσεις καταβροχθίζοντας μπαρμπούνια και πετρόψαρα στου Έντσο.
Διαβάζω τα βιβλία του όχι για το αστυνομικό σασπένς, ούτε για το ψυχογράφημα του δολοφόνου αλλά για να ζω τη ζωή του Μονταλμπάνο στη Σικελία.
Στη «φωλιά της οχιάς», το πτώμα ανήκει σ’έναν έκφυλο λογιστή που δεν άφηνε ούτε θηλυκιά γάτα παραπονούμενη και οι πιθανοί δολοφόνοι πολλοί.
Επειδή όμως μου αρέσει να είμαι και ακριβοδίκαιο, η λύση του μυστηρίου στο τέλος μου άφησε ερωτήματα αναπάντητα και μια πικρίλα στο στόμα γιατί όταν καταπιανόμαστε με κάποια θέματα σοβαρά, πρέπει να παραμένουν σοβαρά. Αν ήταν άλλος συγγραφέας με το δολοφόνο που μου πάσαρε, θα τον είχα ξεφωνίσει, αλλά έχουμε και τις αδυναμίες μας… Τόσα τηγανιτά μπαρμπούνια φάγαμε μαζί στου  Έντσο, τόσες σαλάτες με μύδια και χταποδάκι μας φίλεψε η Αντελίνα, τόσο σικελιώτικο κρασί ρουφήξαμε στη βεράντα με θέα τη θάλασσα… του την χαρίζω αυτή τη φορά…
Βαθμολογία: 6/10

Η ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΟΧΙΑΣ
Αντρέα Καμιλλέρι
Μετάφραση: Φωτεινή Ζερβού
Εκδόσεις Πατάκη, 2016

Σελίδες 308

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Η παιδική ηλικία του Ιησού - J.M. Coetzee

Τόση κουλτούρα πια, δεν αντέχω… είπαμε να κουλτουριαστούμε ρε παιδί μου αλλά ok, μην το κάψουμε κιόλας…
Ο Coetzee (Κούτσι ελληνιστί) είναι Νοτιοαφρικανός νομπελίστας του 2003. Είδα λοιπόν Νόμπελ και μπήκα (βέβαια μετά τη φετινή απονομή, πριν τον Bob Dylan το χάος…)
Κατ’αρχήν ξεκινώ από τον τίτλο, ο οποίος ήταν άκρως παραπλανητικός αφού εγώ όταν το αγόρασα, πίστευα πως θα διάβαζα μια δική του θεώρηση για την παιδική ηλικία του Ιησού… κι ανοίγω το κακόμοιρον σκορόφιδον το βιβλίο και πέφτω σένα δυστοπικό φιλοσοφικό κοινωνικό μυθιστόρημα…
Ένας μεσήλιξ κι ένα πεντάχρονο αγοράκι καταφτάνουν σε μια πόλη, απαλλαγμένοι από το παρελθόν τους… Έχουν σβήσει ή τους έχουν σβήσει ή έχει σβηστεί από μόνη της (κανείς δεν ξέρει) η μνήμη τους και ξεκινάνε μια ζωή από το μηδέν… όλα καινούρια… νέα ταυτότητα, νέα σπίτια, νέες γνωριμίες. Το new age περιβάλλον όμως είναι τελείως αποστειρωμένο, τελείως χωρίς συναίσθημα, too flat και όλοι είναι (να δεις πως το λέει;) τέλος πάντων όλοι έχουν τις καλύτερες δυνατές προθέσεις. Μεσήλιξ και αγόρι μπαίνουν σ’αυτή την κοινωνία, μπαίνουν και δυο τρια πέντε δέκα άλλα άτομα κι είναι μια ιστορία μακάρι να ‘ξερα που θέλει να το πάει.
Όλο αυτό το δυστοπικό και ζοφερό με μελαγχόλησε πάρα πολύ αλλά δεν το παράτησα γιατί είχε κάποιους ενδιαφέροντες φιλοσοφικούς στοχασμούς και ήθελα να ‘δω που θα το πάει ο συγγραφέας. Τελικά ο συγγραφέας το πάει όπου θέλει, δηλαδή αλλού γι’αλλού, γεγονότα συμβαίνουν έτσι απλά για να συμβούν δίχως ειρμό και λογική (το ατύχημα του Σιμόν, ολόκληρες σελίδες επί σελίδων πως δεν θέλουν οι λιμενεργάτες να φέρουν γερανούς στο λιμάνι αλλά μετά αφού βρίσκεται ένας, άντε να τον φέρουμε, άκρως ενδιαφέρουσες φιλοσοφικές αναζητήσεις για την «καρεκλότητα» και την «τραπεζοποίηση», ο πιτσιρικάς που θέλει να κάνει ‘κακά’ του στη μέση της εξοχής και δεν έχει χαρτί υγείας…) Ειλικρινά, δεν κατάλαβα γιατί όλα αυτά…
Σαφώς το ‘χει ο άνθρωπος στη γραφή, δεν λέω… Όμως η γραφή δεν μπορεί να σώσει ένα βιβλίο που δεν ξέρει που πατάει, που δεν αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης για ποιο λόγο το έγραψε ο συγγραφέας, που μένουν τόσα ερωτήματα κενά…
Μα τελικά πώς και γιατί έσβηναν οι μνήμες;;;
Κι ήρθε το τέλος και με αποτελείωσε… και είπα όχι ρε φίλε τόσο κουλτούρα… το ‘καψαμε τελείως… χίλιες φορές ‘δαίμονες’…
Άντε γεια!
Και τους βαθμούς που έπιασε, μόνο και μόνο, επειδή ξέρει να γράφει ο τύπος…
Βαθμολογία: 4/10

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
J. M. Coetzee
Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013
Σελίδες 350

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Οι δαίμονες δεν έχουν όνομα - Χρυσηίδα Δημουλίδου


Skorofido alert!!! Skorofido alert!!!

Το κείμενο που ακολουθεί είναι τίγκα στα spoiler και κάργα θυμωμένο. Διαβάζεται με δική σας υπευθυνότητα!

Οι «Δαίμονες» υπήρχαν στη βιβλιοθήκη μου εδώ και καιρό, όμως αρνιόμουν σθεναρά να τους πιάσω… όχι γιατί έχω κάνα κόλλημα με τη συγγραφέα (παρά τις κατά καιρούς δηλώσεις της, θαυμάζω το θάρρος της γνώμης της και ως υπέρμαχος του Βολταίρου «διαφωνώ με όσα πρεσβεύεις αλλά θα υπερασπίζομαι μέχρι θανάτου το δικαίωμα σου να τα πρεσβεύεις», καλά κάνει και τα λέει) αλλά δεν χρειάζεται να έχει κανείς IQ Αϊνστάιν για να καταλάβει από το οπισθόφυλλο πως είναι ένα βιβλίο με κύριο θέμα εξαφανίσεις ανήλικων κοριτσιών, θύματα προφανώς σεξουαλικής κακοποίησης κι εγώ δεν ήμουν σε mood να διαβάσω ένα τόσο σκληρό θέμα.
Ο καιρός γαρ εγγύς κι έτσι ήρθε η ώρα του και το έπιασα… Στην αρχή κυλούσε μια χαρά… Όχι κάνας ιδιαίτερος λυρικός λόγος, γραφή απλή, κατανοητή… όλα μια χαρά. Παρουσιάζεται η ζωή σ’ένα χωριό της Βόρειας Ελλάδας, εκεί στα 1970… Πουλάκια τσίου – τσίου, οργιάζουσα φύση, ποτάμι ορμητικό, γυναίκες και άντρες της υπαίθρου, προξενιά, έρωτες, ‘κλεψίματα’, προίκες και φυσικά άφθονο κουτσομπολιό… Υπήρξε ένα απίστευτο γενεαλογικό δέντρο για κάθε βασικό ήρωα αλλά για να είμαι ειλικρινής, εντάξει δεν με χάλασε και ιδιαίτερα… ας πούμε μπήκα στο κλίμα…
Ώσπου κάποια στιγμή γίνεται ο πρώτος πνιγμός… πάει η Δροσιά… και μετά ακολουθεί η εξαφάνιση της Ρίας… κι έπεται η εξαφάνιση της Σταυρούλας… Ηλικίες 12-14… Τρυφερούδια (όπως έλεγε κάποτε κι ένας φίλος μόνο που αυτός αναφερόταν σε εικοσάχρονα…)
Υποτίθεται πως εδώ ξεκινάει το αστυνομικό μυθιστόρημα… Το προσπερνάω γιατί από την αρχή φαίνεται ο εξής ένας ύποπτος… οπότε δεν ψάχνεις για υπόπτους άρα δεν έχεις αστυνομικό μυθιστόρημα… Κάποια στιγμή προς το τέλος του βιβλίου, που η αστυνομία υποψιάζεται άλλον λέω «μπράβο της, αν βάλει αυτόν για δολοφόνο…», όμως τελικά το προφανές παρέμεινε προφανές…
Φτάνοντας στα 2/3 του βιβλίου λέω οκ, ένα ‘βουκολικό δράμα’ διαβάζω… αν και προσωπικώς δεν μου αρέσουν τα ‘βουκολικά’, λέω οκ, όλοι θυμόμαστε τις ρίζες μας, δεν είναι κακό που και που να βλέπεις την ασπρόμαυρη ‘Αστέρω’ με τη Βουγιουκλάκη στην τηλεόραση… έτσι δεν με πείραξε καθόλου όλο αυτό το place στο χωριό και στην εκεί ζωή (όλα μια χαρά τοποθετημένα…)

Μέχρι που αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι της κακοποίησης… και να παρουσιάζεται κι ο φονιάς… κι εγώ αρχίζω και φορτώνω… αργά αλλά σταθερά… διαβάζω… κι όσο διαβάζω τόσο φορτώνω

… εκατό φορές το άφησα κι άλλες τόσες το έπιασα γιατί ήθελα να δω που θα του πάει… Εγώ που αρνούμαι εκ πεποιθήσεως να διαβάσω τη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ για το θέμα που διαπραγματεύεται, διάβασα τους «Δαίμονες»…
Και δεν ξέρω αν είμαι σκορόφιδον συντηρητικό και οπισθοδρομικό, αλλά στα θέματα παιδεραστίας είμαι κάθετο… Στο βιβλίο δεν υπήρξε κάθαρση… (και όχι η αυτοχειρία δεν ήταν κάθαρση με τον τρόπο που έγινε)… Στο βιβλίο δεν τιμωρείται ο ένοχος… Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν ελάχιστες σειρές για τα πάνδεινα που τράβηξαν τα κορίτσια, ελάχιστες φράσεις για το πόσο άσχημα ένιωσαν (η μία μάλιστα το ευχαριστιόταν κιόλας… ποιο το δεκατετράχρονο;) και να δικαιολογείται ο παιδεραστής…
 Είναι δυνατόν να παρουσιάζεται ως ασθενής; Μια απλή ψυχική ασθένεια; Όπως η μανιοκατάθλιψη και η διπολική διαταραχή; Είμαστε με τα καλά μας; Και πώς δεν χρειάζεται φυλάκιση αλλά μόνο ψυχοθεραπεία;;; Πώς ένας από τους λόγους της παιδεραστίας είναι και τα πολλά ανδρογόνα;;; Δηλαδή όποιον άντρα βλέπουμε τίγκα στην τετοστερόνη πρέπει να τον φοβόμαστε για τα κορίτσια μας; Κι ό,τι δεν έφταιγε εκείνος, ήταν η ασθένειά του, ήταν πάνω από τις δυνάμεις του;;; Τι λέει μωρέ ο καημένος!!! Μήπως πρέπει και να ταΐσουμε τον δαίμονα του με έφηβες Αθηναίες όπως έκαναν στην αρχαιότητα οι Αθηναίοι με τον Μινώταυρο;
Κι αυτός ο Θανάσης… Τόσο καλός φίλος; Τόσο άνθρωπος του Θεού; Τόσο Βούδας; Τόσο υπεράνω; Συγχωρεί; Συγχωρεί ποιον; Μάλλον ο τύπος δεν αντιλήφθηκε τι τράβηξε το κοριτσάκι του για να δίνει άφεση αμαρτιών… Μήπως πρέπει να τον δει κι αυτόν ένας γιατρός;;;
Είμαι έξω φρενών, δεν μπορώ να εκφέρω μια ήρεμη γνώμη… Το θέμα είναι τόσο σοβαρό, που ναι θα ήθελα να το δω στη λογοτεχνία… με σεβασμό στα θύματα… με εστίαση στον τρόμο που αισθάνθηκαν… με χειρουργική ακρίβεια στα αίτια που οδήγησαν εκεί το δράστη (και όχι με δυο σελίδες επειδή η μάνα του η Μπιλιώ ήταν καταπιεστική και χειραγωγική – με αυτή τη λογική όλοι οι Έλληνες με τις ανάλογες μανάδες που έχουν, εν δυνάμει παιδεραστές θα ήταν…) και με τιμωρία στο δράστη… να αισθανθώ τουλάχιστον στο τέλος ως αναγνώστης την πολυπόθητη κάθαρση…
Λυπάμαι… αλλά είμαι τόσο θυμωμένο που αρνούμαι να βαθμολογήσω…
Υ.Γ. Και κάτι άσχετο αλλά επειδή μου χτύπησε στο μάτι… Δεν λέμε «μουσουλμανικό τζαμί». Λέμε σκέτο τζαμί. Γιατί υπάρχει εβραϊκό τζαμί, χριστιανικό τζαμί και δεν το ήξερα;
Υ.Γ. 2 Το 1992, στην Ελλάδα δεν υπήρχαν μόνο παγωτά βανίλια και σοκολάτα… Είχαν έρθει και στα μέρη μας τα παγωτά με ξηρούς καρπούς
Υ.Γ. 3 Δεν υπήρχε πιο άκυρο πρόσωπο από την Κίρστεν… Εμ σε σώζει ο άλλος, εμ τον βρίζεις…
Υ.Γ. 4 Οι ναζιστικές ιδέες δεν κληρονομούνται μέσω DNA…  Έλεος!!!
Υ.Γ. 5 Σαφώς πιο καλογραμμένο από «Το κελάρι της ντροπής», ωστόσο γιατί εγώ το βρήκα ως μία επανάληψη, άντε διασκευή του ίδιου θέματος;

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΟΝΟΜΑ
Χρυσηίδα Δημουλίδου
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016

Σελίδες 616

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Πέδρο Πάραμο - Χουάν Ρούλφο


Εντάξει δεν είμαι γκουρού της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, αλλά έχω διαβάσει αρκετούς εκπροσώπους της κι ομολογώ πως όλος αυτός ο σουρεαλισμός τους, μου πάει σαν ιδιοσυγκρασία. Νεκροί και ζωντανοί, φαντάσματα, ψυχές και άνθρωποι που διατηρούν ακόμα τη σάρκα και τα οστά τους μιλούν και ζουν όλοι μαζί σαν να μην συμβαίνει τίποτα, σαν ο θάνατος να είναι μια απλή πόρτα που μπαινοβγαίνεις όποτε σου κάνει κέφι. Δεν με προβληματίζει καθόλου αυτό, thats ok, μια χαρά μου κολλάει.
Το «Πέδρο Πάραμο» είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του Μεξικανού Χουάν Ρούλφο και όλοι οι λατινοαμερικάνοι, Μάρκες, Φουέντες και ποιος ξέρει ποιος άλλος, υποκλίνονται μπροστά του. Να μαστε λοιπόν…
Υπόθεσις; Τι υπόθεσις;
«Ήρθα στην Κομάλα γιατί μου είπαν πως εδώ ζούσε ο πατέρας μου, κάποιος Πέδρο Πάραμο. Μου το ‘πε η μητέρα μου. Κι εγώ της υποσχέθηκα πως θα ερχόμουν να τον βρω μόλις θα πέθαινε».
Έτσι λοιπόν, ένας γιος μετά το θάνατο της μάνας του, πάει να βρει τον πατέρα του που τους είχε παρατήσει. Φτάνει στο χωριό κι ο πατέρας είναι νεκρός, η γυναίκα του είναι νεκρή, ο νόμιμος γιος του είναι νεκρός, τα πάμπολλα ξώγαμά του είναι νεκρά, να μην το κουράζουμε πολύ, όλο το χωριό είναι νεκρό. Ένα χωριό στο οποίο ζούνε μόνο αμαρτωλές ψυχές (αφού δεν κατάφεραν να πάνε ούτε καν στην Κόλαση).
Ναι… ο λόγος είναι λογοτεχνικός… όμως, εγώ το μόνο χαρακτηρισμό που μπορώ να δώσω είναι ΧΑΟΤΙΚΟ. Το απόλυτο χάος. Άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν, ονόματα κι άλλα ονόματα κι άλλα ονόματα, από το ένα θέμα στο άλλο, τη μια εδώ τη μια εκεί την άλλη παραπέρα, ανάθεμα κι αν κατάλαβα ποιος ήταν ποιος και ποιος ήταν ο άλλος.
Σύγχρονη «Τηλεμαχειάδα», η δύναμη της εξουσίας, η επανάσταση, το καλό και το κακό, η αμαρτία, ο έρωτας και ο θάνατος… ο θάνατος… ένα βιβλίο γεμάτο θάνατο και νεκρούς…
Ωραία όλα αυτά, αλλά χρειάστηκε να έχω δίπλα μου αναλύσεις, επίμετρα κι επιφυλλίδες για να τα καταλάβω κι αν είναι να έχω δίπλα μου τόμους αναλύσεων για να διαβάσω ένα ρημαδοβιβλίο σαν να πρόκειται να κάνω ντοκτορά στο τι στο καλό κάπνισε ο Ρούλφο πριν γράψει το ‘Πέδρο Πάραμο’, άστο γι’άλλη φορά…
Im sorry Mr Marquez, Im sorry dear Fuentes αλλά εγώ δεν κατάλαβα τίποτα απ’όλα αυτά τα μεγάλα νοήματα που βρήκατε μέσα σε τούτο το βιβλίο… Ναι ο τύπος, έχει μια ωραία γραφή, μερικές ωραίες προτάσεις που τις λάτρεψα αλλά δεν μπόρεσα να τον παρακολουθήσω…
Τι να πω;;; Είμαι ένα σκορόφιδο με IQ ραδικιού…
6/10

ΠΕΔΡΟ ΠΑΡΑΜΟ
Χουάν Ρούλφο
Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη, 2005

Σελίδες 260

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Η μεγάλη Χίμαιρα - Μ. Καραγάτσης

Το λοιπόν Καραγάτσης… Μ. Καραγάτσης… Λογοτεχνικόν ψευδώνυμον… και το Μ. αγνώστου προελεύσεως… οι κριτικοί κατά την προσφιλή τους τακτική περί ταμπελών, υπέθεσαν προς το Μ. προέρχεται από το ρώσικο όνομα Μίτια, αποτέλεσμα της αγάπης του συγγραφέα προς τον Ντοστογιέφσκι. Ο ίδιος βέβαια ποτέ δεν ομολόγησε κάτι τέτοιο… Κάλλιστα θα μπορούσε να είναι Μήτσος, Μανώλης, Μίμης κλπ, κλπ.
Πάμε παρακάτω… Το κακό με τους Έλληνες ‘κλασικούς’ είναι πως τους διδασκόμαστε αποσπασματικά στο σχολείο κι έτσι έχεις την αίσθηση πως τους έχεις διαβάσει… Αποσπάσματα λοιπόν Καραγάτση και ποτέ ένα ολοκληρωμένο έργο του… Ξεκίνησα λοιπόν με τη «Μεγάλη Χίμαιρα» γιατί μου άρεσε ο τίτλος (sic).
Κατ’αρχήν , λάτρεψα το μέγεθος του βιβλίου… Μικρό και βολικό… Ένα «πόκετ» υψηλής αισθητικής… Πάμε τώρα και στα λογοτεχνικά…
Η γλώσσα του Καραγάτση είναι ποίηση… (καλά δεν περιμένατε εμένα να σας το πω…) Λυρική, λυρική, λυρική. Κι ενώ βγάζω φλύκταινες με φράσεις του στυλ: «Το άσπρο των τοίχων μεταλλάζει σε μαβί απαλό και περιπλέκεται με τους ιδιόχρωμους κυματισμούς της εσπερινής ατμόσφαιρας, σε τρόπο που η μικρή πολιτεία γίνεται σαν διάφανη, σαν αντικαθρέφτισμα οράματος μακρινού στην ύλη του αέρα – σαν εκτοπλασματική μορφολόγηση της ύλης του αέρα, εξωπραγματική κι ονειρική», στον Καραγάτση φαντάζει απόλυτα φυσιολογική και χάνεσαι μέσα της. Βέβαια, σε ορισμένα σημεία καταντάει ακόμα κι εδώ too much… Θέλεις να ανασάνεις…
Κεντρική ηρωίδα η Γαλλίδα (Νορμανδή) Μαρίνα, με λατρεία στους αρχαίους Έλληνες, ανοργασμική μέχρι που γνωρίζει τον Έλληνα Γιάννη ο οποίος καταφέρνει να την ξυπνήσει σαν γυναίκα. Παντρεύονται στο πατ – κιουτ, έρχονται στη Σύρα κι ενώ όλα ωραία και καλά, το ναυάγιο της «Μαρίνας» (του ενός εκ των δύο πλοίων της οικογενείας) θα φέρει αργά αλλά σταθερά και το ναυάγιο της ίδιας της Μαρίνας και όλης της οικογένειας των Ρεΐζηδων.
Ψυχογράφημα μιας γυναίκας από έναν άντρα, έρωτας και θάνατος οι δύο βασικοί άξονες του βιβλίου. Προοικονομίες, οικογενειακά δράματα, το υπερφυσικό, οι ελληνικοί οικογενειακοί δεσμοί (ο Έλληνας από δυο πράγματα δεν γλυτώνει το προπατορικό αμάρτημα και το σόι του), μεταφορές, η θεϊκή παρουσία… Όλα τα συστατικά και η δομή μιας αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στο καραγατσικό έργο…
Τα διαλογικά μέρη, (π.χ. η σκηνή στο γκαλά, η συνάντηση με την Αννεζιώ…) βρίθουν από θεατρικότητα ώστε ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως τα βλέπει στη σκηνή. Ως σκορόφιδον καπετανοοικογένειας, δεν μπόρεσα να μην θαυμάσω τα σημεία του βιβλίου όπου αναφέρονται στη ναυτοσύνη και στα θαλασσινά ταξίδια. Άραγε ο Καραγάτσης ήταν κολλητός του Καββαδία; Εντάξει, το ξέρω παρεκτρέπομαι…
Δεν μπορώ να πω πως δεν υπήρχαν υπερβολές τόσο στη γλώσσα όσο και στην ιστορία, όμως ο άνθρωπος ήταν λογοτέχνης (πώς να το κάνουμε;) και κατάφερε να με πάει εκεί όπου ήθελε. Σαφώς οι πρώτες 150 σελίδες είναι πολύ πιο αργές από τη συνέχεια, αλλά εδώ είναι το ταξίδι που μετράει και όχι ο προορισμός…
Και τελειώνοντας, κάποια πράγματα στην Ελλάδα είναι διαχρονικά… όπως η εφορία και η φοροδιαφυγή ένα πράμα… Πάρτε κι ένα αποσπασματάκι περί ελληνικής εφορίας δια γραφής Καραγάτση, το έτος 1936, αν δεν απατώμαι…
«-Είμαι έξι μήνες εδώ, κι αδύνατον να υποψιασθώ τον πλούτο που κρύβεται σ’αυτά τα νοικοκυρόσπιτα με τη μετριόφρονα εμφάνιση. Πρέπει να μιλήσω γι’αυτό το ζήτημα με τον έφορο…»
«-Περιττό. Είναι πολύ καλά πληροφορημένος. Αλλά δεν έχει στοιχεία. Όλος αυτός ο πλούτος έρχεται από τα βαπόρια, δηλαδή από αντικείμενα που μετακινούνται έξω από τα χωρικά μας ύδατα. Οι ναυλώσεις γίνονται στο Λονδίνο. Τα ναύλα πληρώνονται στη Νέα Υόρκη. Φυσιολογικώς αδύνατο να διενεργηθεί έλεγχος. Καταλάβατε;»
«-Υπάρχουν τα τεκμήρια…»
«-Άκρως επικίνδυνη η αδέκαστη εφαρμογή τους. Τίποτα ευκολότερο για ένα βαπόρι από ελληνικό να μεταβληθεί σε παναμαϊκό. Όπως τίποτα δεν εμποδίζει τον κύριό του να εγκατασταθεί στο Εξωτερικό. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι κατοικούν στην Ελλάδα όχι από ανάγκη, αλλά από αγάπη. Αν πληρώνουν φόρους, το κάνουν μονάχα από πατριωτισμό. Πρέπει ο έφορος να έχει υπόψη του αυτές τις λεπτομέρειες, πριν αποφασίσει να τους σφίξει…»
Τσακαλώτε τα’ακούς;;;
Με αυτά και με άλλα
9,5/10 (γιατί κάποιες στιγμές, ο βερμπαλισμός έπεσε πολύς βαρύς…)

Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ
Μ. Καραγάτσης
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2014

Σελίδες 439