Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Σταθμός έντεκα - Emily St. John Mandel


Δεν είμαι φαν ούτε της επιστημονικής φαντασίας ούτε των χολιγουντιανών ταινιών όπου ο πλανήτης καταστρέφεται από έναν κομήτη, μια πανδημία ή ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα… Πώς τώρα με έπεισε η συμπαθής κατά τα άλλα πωλήτρια για ένα τέτοιο ανάγνωσμα (μάλλον μεθυσμένο ήμουνα και γι’αυτό οι προτροπές της ήχησαν σαν σειρήνες στ’αυτιά μου…) Εν ολίγοις, όταν γύρισα στη φωλιά μου και διάβασα το οπισθόφυλλο πως μια παγωμένη νύχτα, κατά τη διάρκεια της παράστασης του ‘Βασιλιά Ληρ’ πεθαίνει από έμφραγμα ο βασικός ηθοποιός, ο Άρθουρ Λιάντερ και πως λίγες ώρες αργότερα ξεσπάει μια πανδημία γρίπης (η γρίπη της Γεωργίας) και μέσα σε λίγες ώρες, άντε λίγες μέρες το 99% του παγκόσμιου πληθυσμού βλέπει τα ραδίκια ανάσκελα και bye bye η ζωή στον πλανήτη Γη όπως την ξέραμε, το πήρα το βιβλιαράκι το στόλισα ωραία – ωραία στο ράφι της βιβλιοθήκης και ούτε γάτα ούτε ζημιά…
Έλα όμως που ‘πενία τέχνας επεξεργάζεται’ και ένεκα αφραγκίας είπα να του δώσω μία ευκαιρία. Και το ξεκίνησα. Και το προχώρησα. Και το τελείωσα.
Μετά λοιπόν την πανδημία, οι άνθρωποι επιστρέφουν στην 'εποχή των σπηλαίων’ που λέει ο λόγος γιατί  βενζίνη, αντιβιοτικά, ηλεκτρισμός , ίντερνετ, μεταφορές και όλα τα ωραία και τα καθημερινά που έχουμε συνηθίσει γιοκ. Η βία εξαπλώνεται, οι λίγοι επιζήσαντες προσπαθούν με νύχια και με δόντια να μείνουν επιζήσαντες.
Αν και οι ήρωες είναι αρκετοί και φαινομενικά άγνωστοι μεταξύ τους, η συγγραφέας σιγά – σιγά ενώνει το κουβάρι των ζωών τους πριν ή μετά την καταστροφή. Το ‘αγαπημένο’ παρελθόν μπερδεύεται άλλοτε με το ζοφερό παρόν και άλλοτε με το άγνωστο μέλλον. Υπαρξιακές αγωνίες, μεσσίες και προφήτες, μετατραυματικό στρες, βία και καλοσύνη. Και μέσα σ’αυτό το πήγαινε – έλα στο χρόνο, εκείνο που μοιάζει να μένει ακλόνητο είναι η τέχνη: το θέατρο και δη ο Σαίξπηρ (η συγγραφέας κάνει αρκετές αναφορές – συμβολισμούς με τον Σαίξπηρ και πως επηρεάστηκε από την πανούκλα της εποχής του κτλ κτλ), η μουσική (μια μουσική μπάντα η Περιπλανώμενη Συμφωνία) κι ένα κόμικ που ποτέ δεν δημοσιεύτηκε ο «Σταθμός Έντεκα».
Η αλήθεια είναι πως δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί αφού δεν υπήρξε πυρηνικό ολοκαύτωμα, μόλυνση τροφών και νερού, ο κόσμος πήγε τόσο πίσω αλλά τέλος πάντων… Αυτό το κομμάτι μου άφησε κενά. Όπως και τα κομμάτια που περιπλανώνται οι ήρωες στις κατεστραμμένες πόλεις μου φάνηκαν αδύνατα σε αντίθεση με τα flash back στο παρελθόν. Παρά τα κενά ωστόσο που έβρισκα, η αγωνία μου ήταν μεγάλη για να δω τι θα γίνει, ο ζόφος με ακολουθούσε παντού και ο ήχος των ξεκούρδιστων οργάνων ενοχλούσε τ’αυτιά μου. Η παρουσίαση του Δρ. Έντεκα και της Υποθάλασσας από το κόμικ τόσο παραστατική, που ήταν σαν το διάβαζα από τη Marvel. Το βλέπω να ‘ρχεται οσονούπω.
Εν κατακλείδει αν και δεν είμαι λάτρης του είδους ούτε έχω την ανάλογη αναγνωστική εμπειρία, ήταν ένα ανάγνωσμα γρήγορο, ζοφερό, υπαρξιακό και μάλλον αισιόδοξο. Και φτάνεις στο συμπέρασμα πως σε κάποιες καταστάσεις  είναι καλύτερα να ξεχνάς τελείως το παρελθόν και να κάνει delete στο σκληρό δίσκο του εγκεφάλου σου.
Μου άρεσε. Αν και δεν ξέρω πόσο εύκολα θα επιλέξω ένα άλλο μετααποκαλυπτικό (sic) μυθιστόρημα για να διαβάσω. Τα αφήνω στους λάτρεις του είδους.
Ένα 8/10 από μένα χωρίς μέτρο σύγκρισης…

ΣΤΑΘΜΟΣ ΕΝΤΕΚΑ
Emily St. John Mandel
Μετάφραση: Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ίκαρος, 2016

Σελίδες 452

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Νεαρό άσπρο ελάφι - Χρήστος Χωμενίδης

«…Το άσπρο όμως ελάφι…
Όποιος το έχει δοκιμάσει θα σε διαβεβαιώσει πως η ευτυχία μπορεί να εδρεύει και στον ουρανίσκο. Όποιος το έχει γευτεί έχει γευτεί παράδεισο. …»

Έτσι ξεκινάει το οπισθόφυλλο του βιβλίου κι εγώ αναρωτιέμαι τι στο καλό ‘σκορόφιδο μπον – βιβέρ’ και κουραφέξαλα είμαι όταν ούτε μια φορά στην πολύχρονη ζωή μου, δεν γεύτηκα τούτο το έδεσμα. Δεν λέω… καλά τα φουα – γκρα και τα χαβιάρια και οι στρουθοκάμηλοι, μα ένα άσπρο ελάφι και δη νεαρό να μην το έχω γευτεί ποτέ;
Κι επειδή δεν ενδημεί εις τα μέρη μας, άρπαξα μετά βουλιμίας το «Νεαρό άσπρο ελάφι» του Χωμενίδη και το καταβρόχθισα σε ένα απομεσήμερο. Μου άρεσε; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Υπόθεσις: Ένας συγγραφέας που έχει αποφασίσει να αποσυρθεί από το συγγραφικό γίγνεσθαι της πατρίδος μας, τη στιγμή ακριβώς που πρόκειται να γράψει το ‘καλύτερο του έργο’. Ο Μηνάς Αβλάμης (quel banal όνομα!) Ένας συγγραφέας (ο ίδιος) που έχει αποσυρθεί επίσης από την ίδια τη ζωή και κατοικεί τα τελευταία 10 χρόνια στην Κέρκυρα διάγοντας μία πλήρως προβλέψιμη ζωή, μέχρι να φαγωθεί ολοκληρωτικά η πατρική περιουσία. Τίποτα δεν τον ξεκουνάει από όλη αυτή την καθημερινότητα, μέχρι να έρθει η υπόσχεση για ένα πιάτο ‘νεαρό άσπρο ελάφι’. Και τότε ο Αβλάμης, τα παρατάει όλα. Και υποσχέσεις, και Κέρκυρα, και ερωμένη (είπαμε τα παρατάμε όλα αλλά το πουλί μας δεν το παρατάμε) και πάει στην Κυδωνία, μάλλον τον πάνε σχεδόν σηκωτό στην Κυδωνία (μια μικρή πόλη κάπου χωμένη στη Δυτική Μακεδονία) για να τον τιμήσουν (ταρατατζούμ  παμ π αμ) για το μεγάλο λογοτεχνικό του έργο και να του σερβίρουν και το νεαρό άσπρο ελάφι.
Εκεί περιμένει τον ίδιο τον ήρωα αλλά και όλους τους αναγνώστες, ένα πολύ σουρεάλ σκηνικό. Μια πόλη βγαλμένη εξ ολοκλήρου από τη φαντασία του συγγραφέα αλλά και από τις νεανικές του μνήμες. Ένας δήμαρχος που τα έχει όλα και συμφέρει (μου θύμισε ήρωα του Λούκι Λουκ που ο δήμαρχος είναι και τραπεζίτης και νεκροθάφτης και ιδιοκτήτης σαλούν, μόνο που ο δικός μας είναι ιδιοκτήτης ολόκληρου εργοστασίου γεωσκωλήκων), μια ξινή σύζυγος, μια καυτή γκόμενα, ένας έφηβος που καπνίζει στη ζούλα, μια παρακμιακή σχολική παράσταση κι ένα δωμάτιο παιδικό – εφηβικό που έχει έρθει κατ’ευθείαν από τη εποχή ’70 – ’80, με κρυμμένα Playboy και Penthouse, κλεμμένα stop από το δρόμο και φτηνή λαδομπογιά.
Κι όπως ο κάθε ΄Ελληνας συγγραφέας που τον τελευταίο καιρό σέβεται τον εαυτό του και δημιουργεί έναν ήρωα – συγγραφέα alter ego για να εκφράσει τα σώψυχα του, το ίδιο κάνει κι εδώ ο Χωμενίδης με τον Αβλάμη. Αν και δεν έχω ιδέα, πως έζησε την παιδική και νεανική του ηλικία, είμαι σίγουρο πως σχεδόν όλα τα επεισόδια που μας παρουσιάζει (με φίλους, συγγενείς, καθηγητές και τα τοιαύτα) προέρχονται από το δικό του παρελθόν.
Κι ενώ εν γένει σε όλο αυτό το παράλογο σκηνικό, δεν συμβαίνει και τίποτα το εξτραβαγκάντζικο, ήταν τέτοια η ροή της γραφής, που σε τραβούσε να το διαβάσεις παρακάτω, να δεις τι θα γίνει, θα του σερβίρουν τελικά το νεαρό άσπρο ελάφι στο πιάτο (;) και εν πάση περιπτώσει που το πάει τελικά ο ποιητής.
Λεπτή ειρωνεία, σφάζει με το βαμβάκι τα ‘κακώς κείμενα’ της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία 30 – 40 – 50 χρόνια, όσοι είμαστε μιας πεπερασμένης ηλικίας αναγνωρίζουμε γνώριμα πρόσωπα και καταστάσεις.
Κορυφαία εννοείται η σκηνή του ναυαγίου (δεν λέω άλλα και πολλά είπα)… και το τέλος είναι αυτό που δίνει την υπόσταση στο  βιβλίο κι όταν το κλείνεις δεν λες μα ‘τι βλακείες διάβασα’ αλλά ‘εντάξει ρε φίλε, μ’αρέσει η φευγάτη γραφή σου…’

Σας δίνω κι ένα δωράκι – μπόνους, απόσπασμα από το βιβλίο…
«Ο ίδιος, ξέρεις, υπαινίχθηκε πως σας συνδέει κάτι πολύ πιο βαθύ από μια επαγγελματική σχέση… Άφησε να εννοηθεί ότι με τη μητέρα σου…»
«Με τη μητέρα μου τι;»
«Για ένα φεγγάρι, προτού γεννηθείς…»
«Τι αηδίες τσαμπουνάει; Σιγά μην και η μαμά μου με εκείνη τη μισή μερίδα!»
«Δε σε ενοχλεί δηλαδή που είχε η Ρίκα εραστές, υπό τον όρο να ήταν του γούστου σου! Για κοίτα κάτι πράγματα… Η αδελφή σου η Ηρώ λεσβία μεν, πουριτανή δε σε ό,τι αφορά τη  μάνα της. Εσύ πάλι εστέτ: Την ήθελες μονάχα με ομορφάντρες να κυλιέται στα αμαρτωλά κρεβάτια! Αφήστε επιτέλους τη γυναίκα ελεύθερη, να χαρεί τη ζωή της!»

Ναι ρε φίλε Παπαπά (ο δήμαρχος που πάει μ’όλα), εμείς τη μάνα μας την θέλουμε να ερωτοχτυπιέται με παίδαρους κι όχι με μισοριξιές…
Μ’αυτά και με τ’άλλα, ήρθε η ώρα και της βαθμολογίας… Έξυπνο στη σύλληψη, καλογραμμένο αλλά δεν συγκλονιστήκαμε κιόλας…
Ένα 7,3 καλό δεν είναι;

ΝΕΑΡΟ ΑΣΠΡΟ ΕΛΑΦΙ
Χρήστος Χωμενίδης
Εκδόσεις Πατάκη, 2016

Σελίδες 317

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Confiteor - Ζάουμε Καμπρέ


Confiteor, αγαπητοί μου… Jo confesso… Το ομολογώ από την πρώτη κιόλας σειρά. Confiteor λατινιστί σημαίνει, ομολογώ… ομολογία πίστεως και ομολογία λαθών και αμαρτιών… σαν εξομολόγηση ένα πράγμα (καμία σχέση με ελληνικές εξομολογήσεις…). Ομολογώ λοιπόν πως τούτο το βιβλίο ήταν ένα αριστούργημα, πάνω, κάτω και πλαγίως και όσο κι αν προσπαθούσα να βρω να το τσιμπήσω για να δηλώσω και την φύση του κακού που μου αποδίδουν, δεν τα κατάφερα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ως γνωστόν, τα φίδια είμαστε πλάσματα αναίσθητα και άμουσα. Τα σκορόφιδα ανήκουν στο πρώτο σκαλί της συνομοταξίας των ανεπίδεκτων μουσικής παιδείας, μίλια μακριά από τις πρώτες μας εξαδέλφες τις κόμπρες που αρέσκονται στη λικνιστή κίνηση - μουσική της πίπιζας. Ως γνήσιον σκορόφιδον, μισώ το βιολί και τον ήχο του. Ακούγοντας ακόμα και τον πιο βιρτουόζο βιολονίστα, τ’αυτιά μου κοκκινίζουν και ζητούν ωτοασπίδες. Φανταστείτε τώρα να διαβάζω ένα βιβλίο που αναφέρεται στην ιστορία ενός βιολιού. Κι όχι ενός οποιοδήποτε βιολιού. Ενός βιολιού με ονοματεπώνυμο. Καλά μόνο με όνομα. Βιάλ. Κατασκευασμένο στην Κρεμόνα από τον Λορέντζο Στοριόνι. Αν και όσες απόψεις – κριτικές κι αν διάβασα, μιλάνε πως το βιβλίο αναφέρεται στην ιστορία του Αντριά Αρντέβολ, για μένα είναι η ιστορία αυτού του υπέροχου βιολιού, του Βιάλ. Ο Αντριά δεν είναι παρά ένα πέρασμα από τη ζωή του βιολιού, κάποιος που μαγεύτηκε, επηρεάστηκε και έζησε γι’αυτό κι ενώ αυτός φεύγει για το επέκεινα, το βιολί ζει και βασιλεύει.
Ο Καμπρέ, μέσα από την γραπτή εξομολόγηση του βασικού του ήρωα, σε μια προσπάθεια να σώσει όχι την ανάμνηση της δικής του ζωής, αλλά τη ζωή της αγαπημένης του, της Εβραίας Σάρας, μας κάνει κοινωνούς όλων των σκοτεινών σημείων της ιστορίας της ευρωπαϊκής ηπείρου και μας φέρνει αντιμέτωπους με θέματα φιλοσοφικά για το απόλυτο Κακό (το Κ κεφαλαίο), για τη μισαλλοδοξία, για τη θρησκεία, για το ρατσισμό, για τις ενοχές, για τη συγχώρεση, για την γονεϊκή κληρονομιά, για… για… για…
Ο τύπος είναι μοναδικός. Σίγουρα ξέρει βελονάκι και κοπανέλι. Πλέκει περίτεχνα όλα τα είδη λόγου, τα πρόσωπα και τους χρόνους. Από το πρώτο πρόσωπο πάει στο τρίτο μέσα στην ίδια πρόταση. Από τον ενεστώτα στον αόριστο, από το τώρα της αφήγησης στο 1500 τόσο και μετά στο 1940 τόσο, μέσα στην ίδια παράγραφο. Από τη Βαρκελώνη του Φράνκο, στο Τύμπιγκεν της Γερμανίας του εξήντα και στην Ιερά Εξέταση του Τοκεμάδα μέσα στην ίδια σελίδα. Κι εσύ διαβάζεις το παράλογο και το βρίσκεις απόλυτα φυσιολογικό.
Ιστορίες εγκιβωτισμένες μέσα στο βασικό "πακέτο δώρου" της αφήγησης, ιστορίες που θα μπορούσε κάλλιστα η κάθε μία να γίνει ξεχωριστό βιβλίο. Η μουσική του βιολιού διάχυτη παντού και η διακειμενικότητα πανταχού παρούσα. Λατίνοι ποιητές, Ισπανοί θεολόγοι, Γερμανοί στοχαστές, Αμερικανοί γλωσσολόγοι, λογοτέχνες και φιλόσοφοι, παρελαύνουν μέσα στις σελίδες αυτού του opus magnum… (ε! επιβάλλεται ένα λατινικό στην προκειμένη…) Ένα βιβλίο με πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης…
Κι αν οι πολλοί είπαν πως είναι ένα βιβλίο για τη φύση του Κακού… εγώ το είδα κάπως αλλιώς… ένα βιβλίο για τις ενοχές που κουβαλάει η καταγωγή μας, ένα βιβλίο για τoν πιο καλό μας φίλο που είναι πάντα πρόθυμος να προδώσει για τη ματαιοδοξία και την υστεροφημία, ένα βιβλίο για τις εμμονές, ένα βιβλίο για την παιδικότητα που κρύβεται στον πιο λαμπρό εγκέφαλο (βλέπε τα παιδικά παιχνίδια του Αντριά, τον σερίφη Κάρσον και τον ινδιάνο Μαύρο Αετό που τον συντροφεύουν μέχρι τη μεγάλη του ηλικία)…
Δεν έχω τίποτα άλλο να πω… Θα σας δώσω συμβουλή κι ας σιχαίνομαι τις συμβουλές… Διαβάστε το! Ναι, είναι βιβλίο απαιτήσεων… Μην περιμένετε να πείτε «ήταν τόσο καταπληκτικό, που το τέλειωσα σε δυο μέρες!». Πρέπει να «στρώσετε τον κώλο σας κάτω» , με την καλή έννοια πάντως βεβαίως – βεβαίως. Όμως, όπως όλα τα μεγάλα έργα, είναι ένα βιβλίο με γραφή ρέουσα που μπορεί να διαβαστεί από όλους τους αναγνώστες που επιζητούν κάτι το διαφορετικό και το ποιοτικό.
Κι ενώ το βιβλίο είναι γεμάτο από περιστατικά που μπορεί να σας συγκινήσουν και να σας προβληματίσουν, προσωπικά, με  ‘πλήγωσε’ μια σκηνή αμελητέα, που δεν πιάνει ούτε δυο αράδες. Δάκρυσα, πικράθηκα, θύμωσα. Τη στιγμή που ο Αντριά έχει παραδοθεί στο Αλτσχάιμερ και η καθαρίστρια του κλέβει το ξύλινο μενταγιόν που φοράει μια ζωή, κοροϊδεύοντας τον. Ένα βιβλίο που ενώ δεν μιλάει καθόλου για Αλτσχάιμερ, δείχνει όλη τη φρίκη της αρρώστιας μέσα σε λίγες σελίδες… όλη την ντεκαντάνς που φέρνει μαζί της…
Ουφ! Θα μπορούσα να γράφω με τις ώρες… Ξέρω σας ζάλισα… Bye bye, να το διαβάσετε…
Α! να μην το ξεχάσω! Υπέροχη η δουλειά του μεταφραστή Ευρυβιάδη ΣοφούBravissimo!!!

Βαθμολογία: στα ουράνια κι ακόμα παραπάνω! (γιατί μην ξεχνάμε το βιβλίον είναι και υπαρξιακού περιεχομένου)

Υ.Γ. 1 Φανταστείτε, με έβαλε στον πειρασμό να ακούω βιολί ενώ το διάβαζα… Σύγκριο!!! Κι όμως άκουγα… Σας βάζω ένα απόσπασμα από το opus 100 του Σούμπερτ που αναφέρεται στο βιβλίο και το έπαιζαν οι δύο φίλοι με τα βιολιά τους ο Αντριά και ο Μπερνάτ (θα μπορούσαμε να τους πούμε και παιδιά – βιολιά!). Μόνο που εδώ παίζουν βιολί και βιολοντσέλο, νο πρόμπλεμ άι γκες…

Υ.Γ. 2 (μίνι σποϊλεράκι) Το μόνο φάουλ για μένα στο βιβλίο (όχι που δεν θα ‘βρισκα), είναι που δεν εξηγεί ο συγγραφέας γιατί ο Φέλιξ Αρντέβολ εγκατέλειψε την Ιταλίδα (sorry αλλά με τόσα ονόματα, μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή), που τόσο πολύ ερωτεύτηκε. Το ό,τι έμεινε έγκυος, δεν μου το κόλλησε καλά… τόση θρησκευτική παιδεία πήρε… Ήθελα να ξερα… En tout cas… Nobody’s perfect!

Υ.Γ. 3 Βρε παιδιά του εκδοτικού… Τις υποσημειώσεις, please, μην τις βάζετε στο τέλος… Βάλτε τες κάτω από κάθε σελίδα… Αυτό το μπρος – πίσω γυμνάζει τα γεμάτα αρθριτικά δάχτυλά μας…

Υ.Γ. 4 Έσκασα μέχρι να μάθω τι εστί πορό (porron ισπανιστί)… Περίεργον σκεύος από το οποίο πίνεις το κρασάκι σου και οι οινογνώστες ούτε που να το δουν στα μάτια τους… αντιθέτως, η Σάρα το τιμούσε δεόντως… στο επόμενο μου ταξιδάκι στη Βαρκελώνη, θα το αναζητήσω… άραγε σάγκρια επιτρέπεται;;;

CONFITEOR
Jaume Cabre
Μετάφραση: Ευρυβιάδης Σοφός
Εκδόσεις Πόλις, 2016

Σελίδες 736 (βιβλίο τούβλον αλλά μην το φοβηθείτε…)

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Η δίψα με καίει και χάνομαι - Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου

Γιατί; Γιατί; Γιατί; 
Τι τους πιάνει γαμώτο τους συγγραφείς και θέλουν να τα βάλουν όλα σ’ένα βιβλίο; Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα ένα πράγμα…
Τι εννοώ;;; Ας πάρω ένα παράδειγμα από την αγαπημένη μου κουζίνα…
Ας πούμε πως έχεις τέσσερα εξαίσια υλικά. Τέσσερεις πρώτες ύλες μοναδικές… Ας πούμε έχεις τόνο Αλοννήσου, ιβηρικό jamon, μανιτάρια τρούφες και σαμπάνια Dom Perignon. Το καθένα από μόνο του είναι μοναδικό. Το καθένα πρέπει να το απολαμβάνεις μόνο του (εντάξει με τη σωστή συνταγή βεβαίως βεβαίως) για να αισθανθείς στον ουρανίσκο σου όλες αυτές τις λεπτεπίλεπτες γεύσεις. Κι ένας master chef (ίσως με την αλαζονεία που του δίνουν η εμπειρία και οι γνώσεις του), λέει να πειραματιστεί (ή μήπως είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα); Και τα ρίχνει όλα αυτά τα μοναδικά αλλά αταίριαστα μεταξύ τους υλικά, σ’ένα καζάνι (άντε καλά σε μια χάλκινη κατσαρόλα). Τόνος, jamon, τρούφες και σαμπάνια. Και τα ανακατεύει… και βγάζει μια σούπα… Μια σούπα… που δεν τρώγεται…
Έτσι ακριβώς αισθάνθηκα διαβάζοντας το «Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι». Η συγγραφέας προσπάθησε να τα βάλει όλα στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, κι έγιναν όλα ένας αχταρμάς. Μυθιστόρημα ψυχολογικόν (μέσα από τις συνεδρίες της Αλέξιας με τον Έκτορα και τις προσπάθειες της να λύσει το τραύμα της εγκατάλειψης από τον Στέφανο και να ανακαλύψει την ψυχή της), μυθιστόρημα κοινωνικόν (η Ελλάδα των μνημονίων, των αγανακτισμένων, των ανέργων, των αστέγων) (Δεύτερη παρένθεση: αυτό το κομμάτι μου φάνηκε εντελώς ξεκομμένο από την ιστορία – να μπει για να μπει να δείξουμε και ορισμένες κοινωνικές ανησυχίες), μυθιστόρημα ιστορικόν (στα ξέμπαρκα μπαίνει και μια ιστορία από τον Β’ΠΠ), μυθιστόρημα μεταφυσικόν (το φάντασμα του βάλτου και το κόκκινο ρυάκι) και τέλος, το κλου γιατί κάθε μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτόν του έχει και το ερωτικό κομμάτι, μυθιστόρημα αισθηματικόν. Επιμένω (γιατί το έχω δει αρκετές φορές σε μυθιστορήματα) πως ο ψυχοθεραπευτής δεν ερωτεύεται την θεραπευομένη του. Ασχέτως εάν το αναφέρει ως γεγονός η συγγραφέας, με ξενίζει που τόσο εύκολα ο ψυχοθεραπευτής πέφτει στα δίχτυα του έρωτα και τα ‘ρίχνει’ απροκάλυπτα σε μια γυναίκα που μόλις βγαίνει από ένα τραυματικό χωρισμό. Και μόνο σε έξι συνεδρίες… Πείτε μου ποιος είναι αυτός ο ψυχοθεραπευτής με έξι συνεδρίες κι ένα ταξίδι στο πατρικό νησί, να πάω να πετάξω από πάνω μου όλα τα βαρίδια του παρελθόντος!
Όπως καταλαβαίνετε, τα υλικά πρώτης ποιότητας, αλλά το γλυκό δεν έδεσε. Η συγγραφέας σαφώς και «το έχει». Η γλώσσα της υπέροχη, ο λόγος ρέει, κομμάτια που σε κάνουν να σκεφτείς… Θα μπορούσε να γίνει ένα αριστούργημα εάν δεν προσπαθούσε να τα κολλήσει όλα μεταξύ τους. Ας έμενε στο ψυχολογικό κομμάτι, άντε ας κολλούσε και το ιστορικό αλλά όλα τα υπόλοιπα για κοινωνικούς αγώνες και για τους ‘κακούς τους ξένους’ που δεν σέβονται το παρελθόν μας, τι τα ήθελε;
Στεναχωριέμαι γιατί έχω ακούσει τα καλύτερα και είναι το πρώτο της βιβλίο που διάβασα και δεν μου έκανε την καλύτερη εντύπωση. Το θεωρώ ωστόσο μια ατυχής στιγμή και θα αναζητήσω κάποιο άλλο (μάλλον κάποιο πιο ιστορικόν…)
Βαθμολογία 6/10 (πολύ θα ήθελα να βάλω παραπάνω αλλά δεν…)

Υ.Γ. Άσχετο… αλλά δεν κρατιέμαι, θα το πω… Στα σημεία όπου το μυθιστόρημα γίνεται ψυχολογικόν και εσωτερικόν, η γραφή της Λαμπαδαρίδου μου θύμισε πολύ τη γραφή της Βαμβουνάκη. Εάν δεν ήξερα ποια συγγραφέα διαβάζω, θα ήμουν σίγουρη πως διαβάζω βιβλίο της Βαμβουνάκη. Όχι πως αυτό είναι κατ’ανάγκην κακό αλλά με ξένισε… σαν κάποιος να φοράει το ρούχο κάποιου άλλου...

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Τότε που ήταν καλό κορίτσι - Philip Roth


«Καινούριος Ροθ!», ξεφώνισα το έξαλλο σκορόφιδο μόλις είδα το βιβλίο στο ράφι.
«Παλιός Ροθ!», με γείωσε ο βιβλιοπώλης.
«Πόσο παλιός δηλαδή;»
«Μπαγιάτικος… Πενηντάρισε…»
Να λοιπόν που κυκλοφόρησε ένα από τα πρωτόλεια του Ροθ για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά, προτού ο Ροθ γίνει ο Ροθ, το τέρας της αμερικάνικης λογοτεχνίας.
Υπόθεσις απλή: Κάπου στις Μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ (τώρα που είναι αυτές μην με ρωτάτε), η έφηβη Λούσι μεγαλώνει σε μια φαινομενικά νορμάλ οικογένεια, με παππού, γιαγιά, μητέρα – δασκάλα πιάνου κι έναν μέθυσο πατέρα. Λίγα τετράγωνα πιο κάτω, ο Ρόι, μόλις στα είκοσι, βετεράνος πολέμου ψάχνεται με το τι θα κάνει στο μέλλον του. Γνωρίζονται, συνάπτουν σχέση και πίτσι – πίτσι, σούξου – μούξου, ‘έχε μου εμπιστοσύνη’ της λέει ο Ρόι και νάτην η σχέση να γίνεται τόσο στενή, στους δύο τρίτος δεν χωρεί, βρε χωρεί και παραχωρεί και νάτην η Λούσι έγκυος. Πάνε και οι σπουδές, πάνε κι όλα και «σήμερα γάμος γίνεται σε ωραίο περιβόλι» και νάτην η Λούσι μαμά κι ο Ρόι πατέρας. Όμως το end δεν είναι και τόσο happy παρά τα κουφέτα και τα νυφικά γιατί ο Ρόι είναι λίγο στην κοσμάρα του και η Λούσι θέλει να τον κάνει έναν σοβαρό οικογενειάρχη που να τηρεί τις υποχρεώσεις του.
Με το βιβλίο αυτό, ο Ροθ ξεσήκωσε τις τότε φεμινίστριες. Τον είπαν μισογύνη και διάφορα άλλα τέτοια ωραία. Χρόνια μετά, τώρα που το κίνημα ‘κάψτε τα σουτιέν’ έχει μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, φαίνεται πως ο Ροθ κέρδισε στα σημεία. Η απρόβλεπτη εγκυμοσύνη ‘χτυπά’ τα όνειρα της Λούσι, τα δικά της όνειρα χάνονται, εκείνη αναγκάζεται να γίνει εμμονική. Γνήσιος ρεαλισμός, αλήθειες που λέγονται, κι ίσως γι’αυτό δεν μπορούμε να τις δούμε κατάματα. The winner takes it all τραγουδούσαν κάποτε οι Abba, μόνο που η Λούσι παρά το γεγονός πως είχε όλες τις προϋποθέσεις να γίνει winner, μετατρέπεται σε μια πρώτης τάξεως looser. Και δυστυχώς γίνεται και αντιπαθής, ιδίως στις τελευταίες σελίδες μ’εκείνο το λογοδιαρροϊκό ντελίριο της.
Ολίγον καθολικισμός, ολίγον αλκοολισμός, ολίγον σεξ, πολύ «τα κρύβουμε όλα κάτω από το χαλί»…
Καλούτσικον… Προσωπική συμβουλή, εάν δεν έχετε ξαναδιαβάσει Ροθ, μην ξεκινήσετε με το συγκεκριμένο… Τον αδικεί και ίσως να μην αναζητήσετε τα επόμενά του…
7/10 γιατί είναι Ροθ
Υ.Γ. Βρε παιδιά, γιατί τις σημειώσεις τις βάζετε στο τέλος; Ουφ!

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΛΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Philip Roth
Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Πόλις, 2016
Σελίδες 438