Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

Η υπέροχη φίλη μου - Έλενα Φερράντε


Λοιπόν… είναι από τα ελάχιστα βιβλία που αγόρασα ανάποδα… δηλαδή… πρώτα διάβασα όλες τις κριτικές, όλες τις απόψεις, όλα τα συν και τα πλην… και αφού σχεδόν όλοι μιλούσαν για το νέο εκδοτικό φαινόμενο εισαγωγής εξ Ιταλίας και στην Ελλάδα, το αποφάσισα. Έκανα ακόμα πιο πέτρα την καρδιά μου και αγόρασα το πρώτο βιβλίο της τετραλογίας της Νεάπολης, ποιος εγώ;, το σκορόφιδο που δεν πιάνω βιβλίο διλογίας-τριλογίας - δεκαπενταλογίας, εάν πρώτα δεν έχουν κυκλοφορήσει όλα στην αγορά. Ο Χάρι Πότερ εξαιρείται (για νάμαστε ξηγημένοι)…
Οι περισσότερες κριτικές εφόσον σταθούν για λίγο στο φαινόμενο Φερράντε (συγγραφέας φάντασμα, κανείς δεν την έχει δει ούτε ζωντανή ούτε σε φωτό…), μιλάνε για ένα βιβλίο – ενηλικίωσης, ένα βιβλίο – πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ωριμότητα.
Τώρα ή στραβός είναι ο γιαλός ή στραβά αρμενίζω… γιατί εγώ μ’αυτό το βιβλίο δεν ενηλικιώθηκα… Γιατί όταν μιλάμε για βιβλία ενηλικίωσης, δεν εννοούμε πως ο ήρωας καβάτζωσε τα δεκαοχτώ κι έγινε ενήλικας (που ακόμα κι εδώ οι ηρωίδες παραμένουν σταθερά στα δεκάξι…) αλλά πως ο ήρωας πέρασε διάφορες σκοτεινές φάσεις και δοκιμασίες, και μαζί του ο αναγνώστης, κι έτσι ωρίμασε…
Δυο βασικές ηρωίδες… η Έλενα και η Λίλα… φίλες από τα παιδικάτα τους, που γίνονται «κολλητές» μετά από τη θαρραλέα πράξη τους να μπούνε στο υπόγειο του σπιτιού του τρομερού «δράκου» Δον Ακίλε. Η Έλενα, που μας αφηγείται και τα γεγονότα σε πρώτο πρόσωπο, είναι η όμορφη, η καλούλα, η ‘comme il faut’ όσο ‘comme il faut’, μπορεί να είναι κανείς σε μια φτωχογειτονιά της Νάπολης στα μέσα του ’50. Η Λίλα, αντιθέτως, είναι η κακιά της υπόθεσης, ‘σκύλα’ εκ γενετής, όμως και πιο έξυπνη… Τώρα γιατί θεωρείται bitch η Λίλα, εγώ δεν το κατάλαβα… Μια χαρά κορίτσι ήτανε… Φίδια και σκύλες μια χαρά καταλαβαινόμαστε…
Κι ενώ η Λίλα φαίνεται να έχει τις προδιαγραφές να το σκάσει από τον ασφυκτικό κλοιό της φτωχονάπολης, λεφτά δεν υπάρχουν (δεν υπήρχε τότε ΓΑΠ στη Νάπολη), πατέρας-μάνα κέρβεροι και νάτην να «θυσιάζεται» στο τσαγκάρικο της οικογενείας. Παρατάει σχολείο, παρατάει όνειρα, αλλά η Λίλα είναι ‘μαγκάκι’ διαβάζει μόνη της και είναι πάντα όχι ένα αλλά δεκαπέντε βήματα μπροστά από την Έλενα που καταφέρνει και διαπρέπει στο σχολείο.
Τα πάντα γυρίζουν γύρω από τη σχέση των δύο κοριτσιών, ζήλιες, αγάπες, μυστικά, μια σχέση αλληλεξάρτησης… Η μια δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την άλλη. Χωρίς ωστόσο καμία εμβάθυνση χαρακτήρων, χωρίς ωστόσο καμία φιλοσοφική αναζήτηση, μια απλή παράθεση γεγονότων… Όσο για την ατμόσφαιρα της Νάπολης, καλά μην χέσω… το ότι όλα συμβαίνουν στη Νάπολη, πετάξαμε και μια θέα στο Βεζούβιο, δεν σημαίνει πως φτιάξαμε και την ατμόσφαιρα της Νάπολης.
Ειλικρινά δεν κατάλαβα γιατί έγινε τόσος ντόρος (κρατώ ένα πάρα πολύ μικρό καλάθι μήπως στη συνέχεια γίνει το σούπερ – ντούπερ έργο ενηλικίωσης). Εγώ όχι απλά δεν ενηλικιώθηκα, αλλά μάλλον γύρισα στο στάδιο του βρέφους. Ακόμα κι εκείνη τη δυνατή σκηνή όπου ο πατέρας Σαρρατόρε την πέφτει στην έφηβη Έλενα. Κανονική σεξουαλική παρενόχληση… Έτσι απλά έγινε και πέρασε… Γιούχου μαντάμ συγγραφέας!!! Ξέρεις τι είναι να στην πέφτει σαραντάρης όταν είσαι δεκατέσσερα;
Τέλος πάντων… Δεν ξέρω ωστόσο αν ήταν η γραφή ή ιστορία που με έκανε να διαβάσω παρακάτω όχι για να δω τις ιστορίες της Έλενα (τόσο φλατ και προβλέψιμη ηρωίδα) αλλά για να δω τις αντιδράσεις της Λίλα… του θύματος που δεν το έπαιξε ποτέ θύμα…
Viva Lila!!! Venceremos!
Βαθμολογία: 6/10

Η ΥΠΕΡΟΧΗ ΦΙΛΗ ΜΟΥ
Έλενα Φερράντε
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Πατάκη, 2016
Σελίδες 436


Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Νέα Φινλανδική Γραμματική - Diego Marani


Ρήμα.
Λύω, λύεις, λύει. Λύομεν, λύετε, λύουσι.
Ουσιαστικό τριτόκλιτο.
Ο πατήρ, του πατρός, τω πατρί, τον πατέρα, ω πάτερ. Οι πατέρες, των πατέρων, τοις πατράσι, τους πατέρας, ω πατέρες!

Αρχαιοελληνική γραμματική. Κι αν δυσκολεύτηκα στο Γυμνάσιο να προσθέσω και πέμπτη πτώση στο λεξιλόγιο μου, φαντάσου τώρα να έχεις να διαχειριστείς δεκαπέντε πτώσεις στην καθημερινότητά σου. Η άχρηστη πληροφορία του βιβλίου: η φινλανδική γλώσσα έχει δεκαπέντε πτώσεις. Αυτός και μόνο ο λόγος αρκεί για να μην περάσω ούτε έξω από πόρτα φροντιστηρίου φινλανδικών.

Συνιστώ ψυχραιμία αδέλφια! Δεν πρόκειται για εγχειρίδιο γραμματικής ή συντακτικού. Πρόκειται για ένα βαθύ αντιπολεμικό βιβλίο που πραγματεύεται φιλοσοφικά και υπαρξιακά ζητήματα όπως η απώλεια μνήμης, το παρελθόν και το παρόν, η έννοια της πατρίδας, το συλλογικό γίγνεσθαι, οι εθνικοί μύθοι και η παντοδυναμία μιας γλώσσας.

Η υπόθεση είναι μεγαλειώδης στην απλότητά της. Εν μέσω Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο φινλανδικής καταγωγής Γερμανός γιατρός Πέτρι Φρίαρι, βρίσκεται αμανάτι μ’έναν ‘ασθενή – φάντασμα’. Έναν ασθενή βαριά τραυματισμένο στο κεφάλι που όταν ανακτά τις αισθήσεις του, όχι απλώς έχει αμνησία, αλλά έχει ξεχάσει ακόμα και τη μητρική του γλώσσα. Μόνο ένα όνομα στο αμπέχονό του, Σάμπο Κάργιαλαϊνεν (φτου σκουληκομυρμηγκότρυπα!) μαρτυρά κάτι από την ταυτότητά του. Το παιδικό τραύμα του γιατρού που ακόμα αιμορραγεί, τον οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο ασθενής του είναι Φινλανδός. Γιατί; Γιατί κατά βάθος έτσι γουστάρει. Τον στέλνει σούμπιτο λοιπόν στη Φινλανδία, όχι με συνταγές για φάρμακα αλλά με συμβουλές γραμματικής. Πιστεύει πως εάν ξαναμάθει με πάθος τη μητρική του φινλανδική γλώσσα, ο Σάμπο θα ανακτήσει τη χαμένη του μνήμη. Απρόσμενος δάσκαλος, ένας λουθηρανός στρατιωτικός ιερέας, ο Κοσκόλα και μια μικρή νότα στο μελαγχολικό σκοτάδι, η Ίλμα, η ερωτευμένη νοσοκόμα.

Δεν είναι από τα βιβλία που διαβάζεις μονορούφι. Ούτε είναι από τα βιβλία που αγωνιάς για το τι θα γίνει παρακάτω. Ίσα – ίσα ο γιατρός Φρίαρι από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου μας προετοιμάζει πως ο ήρωας μας δεν είχε και τόσο καλό τέλος. Μην περιμένετε να σας πω και το τέλος του. Είπαμε πως είμαι spoiler skorofido αλλά και τα spoiler έχουν τα όρια τους. Είναι ένα βιβλίο ας το πούμε ημερολογιακόν (οι σημειώσεις του Σάμπο) που διακόπτεται από κάποιες μεταγενέστερες σκέψεις του ιατρού και με εμβόλιμες μια – δυο επιστολές της νοσοκόμας. Ένα βιβλίο στο οποίο κυριαρχεί μια βαριά μελαγχολική ατμόσφαιρα που αισθάνεσαι να περπατάς στις λάσπες του ανοιξιάτικου Ελσίνκι ή μια μούχλα που μπουκώνει τα ρουθούνια σου από το σκευοφυλάκιο της εκκλησίας.

Οι γνώσεις του συγγραφέα πάνω στην επιστήμη της γλώσσας είναι εμφανέστατες και  προσωπικώς τις λάτρεψα. Είναι η γλώσσα που επηρεάζει τις σκέψεις μας, είναι η γλώσσα που μας διαμορφώνει, είναι η γλώσσα που δημιουργεί την ταυτότητά μας; (Πως τα λέω το άτιμο σήμερα!)

Ένα αποσπασματάκι από τα πολλά περί γλώσσας…
«Αντέγραψα τα λόγια του Porilaisten marssi σχεδόν χωρίς να τα καταλαβαίνω, σαν να ήταν η μυστική συνταγή κάποιου μαγικού φίλτρου, και γι’αυτό μου φάνηκαν ακόμα πιο γοητευτικά. Από όλες τις λέξεις που είχα αποτυπώσει με το μολύβι στο τετράδιο, αναρωτιόμουν ποιες ήταν αυτές που λίγο πριν είχαν κάνει τους στρατιώτες να κλάψουν. Το ότι ήταν πολεμικές λέξεις ήταν ολοφάνερο. Υπήρχαν κάτι μεγάλες, γεμάτες απανωτά φωνήεντα, με τα διαλυτικά για κράνος και το h σαν τελαμώνα περασμένη χιαστί. Άλλες, πολύ σύντομες, ακρωτηριασμένες από αποστρόφους, κουνούσαν τα κολοβωμένα τους μέλη στην άδεια γραμμή. Μερικά κεφαλαία γράμματα υποδήλωναν τόπους  διάσημων μαχών που δεν τους ήξερα. Αναγνώρισα τη λέξη που υποδηλώνει τη σημαία, κι ήταν αλήθεια πως ανέμιζε πλαταγίζοντας ανάμεσα στα χείλη.»

… κι επειδή το Porilaisten marssi, κλασικό πολεμικό φινλανδικό εμβατήριο, στα αυτιά του Σάμπο ακούγεται ως ερωτικό θαρρείς κάλεσμα, το έψαξα, το βρήκα και σας το χαρίζω.

Στα μείον, οι εκτενείς σε κάποια σημεία αναφορές στη φινλανδική μυθολογία και στο δικό τους «ομηρικό έπος». Εκεί με τον Βάιναμοϊνεν και τον Βίπουνεν και την παρθένα της Πόχγιολα, το έχασα εντελώς, αλλά χαλάλι…
Ένα επιπλέον «συν» η ιστορική σύγκριση φινλανδικού λουθηρανισμού και ελληνικής ορθοδοξίας… το λες και μίνι θεολογικό μανιφέστο…

Το λάτρεψα­­­­­­ αυτό το βιβλίο, αν και φαντάζομαι πως σε πολλούς θα πέσει βαρύ στο στομάχι…
8,5/10 με όλη μου την αγάπη

ΝΕΑ ΦΙΝΛΑΝΔΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ
Diego Marani
Μετάφραση:  Δήμητρα Δότση

Εκδόσεις Αιώρα, 2015
Σελίδες 232

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2016

Η εκδίκηση των αγγέλων - Λένα Μαντά

Ήταν δυνατόν να μην διαβάσει το σκορόφιδο το καινούριο μυθιστόρημα της Μαντά; Είπαμε θέλω να έχω άποψη για όλα. Είμαι ως γνωστόν, ένας μοναδικός ξερόλας.
Το οπισθόφυλλο ομολογώ ιντριγκαδόρικο. Μία εικοσάχρονη κοπέλα, υγιεστάτη, πεθαίνει ξαφνικά. Ο φίλος της καταρρέει ψυχολογικώς (λογικό μέχρι εδώ), θεωρεί πως δεν πρόκειται για θάνατο φυσιολογικόν (παρά τις δύο ιατροδικαστικές εκθέσεις) και βάζει τη μητέρα του, τη Γαλάτεια, πασίγνωστη συγγραφέα αισθηματικών μυθιστορημάτων να βρει την άκρη.
Το βιβλίο ξεκινάει με μία πολύ δυνατή σκηνή. Με την κηδεία της κοπέλας, η οποία παρουσιάζεται ως γάμος γιατί η χαροκαμένη μάνα έτσι ήθελε να δει την κόρη της. Νύφη. Και μετά από αυτή τη δυνατή σκηνή, η απόλυτη βαριεστημάρα. Το προβλέψιμον, του προβλεψίμου, ω προβλέψιμον!!!
Είχα βρει τον δολοφόνο ήδη από τη σελίδα 65… έτσι κι αλλιώς, όλοι κι όλοι οι υποψήφιοι δολοφόνοι δύο ήταν. Λόττο να έπαιζες είχες 50% δυνατότητα να σου κάτσει.
Δεν θα σταθώ όμως ούτε στο αστυνομικόν, ούτε στο κοινωνικόν, ούτε στο ερωτικόν του πράγματος. Αν και εδώ θα κάνω μια παρένθεση, γιατί βγάζω σπυράκια όταν βλέπω σε βιβλία έρωτες μεσήλικων (σαράντα plus η γυναίκα, πενήντα plus ο άντρας), αντί να εμφανίζονται ως σχέσεις συντροφικά – ερωτικές, να εμφανίζοντας ως σχέσεις αχαλίνωτου πάθους…
Η ηρωίδα του βιβλίου είναι συγγραφέας. Το έχω μάθει πλέον το παραμύθι… όποτε συγγραφέας βάζει για ήρωα του  βιβλίου του συγγραφέα, φτιάχνει το alter ego του. Θέλει να δείξει στους αναγνώστες του αυτό που πιστεύει πως είναι. Και εδώ η Μαντά το κάνει κατά κόρον. Το βιβλίο όταν δεν αναλώνεται στον όψιμο ‘γεροντοέρωτα’, αναλώνεται στο πως η «καημένη» συγγραφέας έχει φάει λάσπη από τους βιβλιοκριτικούς χωρίς η ίδια ποτέ να προκαλέσει, πως βγάζει γλώσσα σε όλους αυτούς που την κατακρίνουν επιλέγοντας μόνη της ροζ εξώφυλλο, πως οι συγγραφείς παραπονιούνται γιατί δεν πουλούν σαν τρελά και τα δικά τους βιβλία και φυσικά… πως όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, όποια πόρτα κι αν χτυπήσεις υπάρχει από πίσω ένας αναγνώστης, όχι απλώς αναγνώστης, αλλά αναγνώστης – ταλιμπάν που σε αναγνωρίζει αμέσως, που «χύνει» μόλις σε βλέπει και είναι στη διάθεσή σου για να ξεράσει όλες τις λεπτομέρειες του βίου του μόνο και μόνο για ένα ενυπόγραφο αντίτυπο. Και να ήταν ένας αναγνώστης πάει κι έρχεται… είναι δυο, είναι τρεις, είναι χίλιοι δεκατρείς… μέχρι κι αναγνώστης εξ ακοής (του τα διαβάζει η γυναίκα του…)
Όλον αυτό μου κάθισε πάρα πολύ… Εάν η κυρία Μαντά ήθελε να «βγάλει από μέσα της» όλη αυτή την πικρία που αισθάνεται, ας έκανε εκ βάθους μία συνέντευξη στην Ελενίτσα, ας έγραφε κι ένα ωραίο στάτους στο fb κι ας ασχολούνταν στο βιβλίο με την εύρεση του δολοφόνου και το ψυχολογικό του προφίλ…
Αυτά τα ολίγα από μένα…
Βαθμολογία δεν έχει γιατί ποτέ δεν βαθμολογώ την πικρία ενός συγγραφέα…

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
Λένα Μαντά
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016
Σελίδες 464

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2016

Οι απόψεις ενός κλόουν - Χάινριχ Μπελ


Κάθε φορά που διαβάζω έναν νομπελίστα, βρίσκομαι στο εξής δίλημμα: “Πώς μπορώ εγώ το ποταπό σκορόφιδο να κρίνω έναν νομπελίστα; Με ποια κριτήρια και με ποια αισθητήρια τολμώ να πιάσω στο στόμα μου τα θηρία της λογοτεχνίας;” Από την άλλη όμως, δεν μπορώ να αντισταθώ στη φύση μου. Είμαι σκορόφιδο, ζω μόνο όταν τσιμπώ και χύνω το δηλητήριο μου, άρα πως η φύσις μπορεί να αντισταθεί σε πάσης φύσεως βιβλίο μπεστ-σελερίστα ή νομπελίστα;
Ο Χάινριχ Μπελ, γερμανός νομπελίστας που στο έργο του κυρίως ασχολείται με τα τραύματα της μεταπολεμικής Γερμανίας, την υποκρισία της γερμανικής κοινωνίας και εν γένει με τους γερμανούς πολίτες πρώην ναζί ή μη έγραψε τις “Απόψεις ενός κλόουν” το σωτήριον έτος 1963. Δεν θα αγόραζα ποτέ ένα βιβλίο με κλόουν γιατί έχω μία κλοουνοφοβία και βρίσκω τους κλόουν άκρως μελαγχολικά και θλιβερά πλάσματα, ας όψεται όμως αυτή η γρια καρακάξα που επέμενε να το διαβάσω.
Η υπόθεση έχει ως εξής: Ο Χανς Σνηρ είναι γόνος πολύ πλούσιας γερμανικής οικογένειας (όλος ο γερμανικός λιγνίτης και όχι μόνο είναι δικός τους), όμως δεν νοιώθει αυτό τον πλούτο στο πετσί του γιατί η μάνα του είναι άκρως προτεσταντικής ηθικής (να πονάς και να υποφέρεις ένα πράγμα) και ο πατέρας μάλλον ολίγον μουρόχαυλος (δεν εναντιώνομαι σε τίποτα στη γυναίκα μου και βρίσκω μια ερωμένη για να περνάω καλά). Ο Χανς μεγαλώνοντας κάνει την επανάσταση του. Ακολουθεί το 'τιποτένιο' επάγγελμα του κλόουν (ούτε καν ενός ακροβάτη ή ενός ζογκλέρ) και συνάπτει σχέση με τη Μαρί (που παραμένει δεσποινίς γιατί ο Χανς παρά την παθολογική αγάπη που της τρέφει αρνείται να την κάνει κυρία μετά δόξης και τιμής. Από το απαγορευμένο "κοκό" έχει δοκιμάσει, μην νομίζετε). Μετά από έξι χρόνια πείνας, φτηνών ξενοδοχείων, παραστάσεων και ατελείωτων παρτίδων “γκρινιάρη”, η Μαρί είδε κι απόειδε πως χαΐρι δεν πρόκειται να κάνει, παρατάει τον Χανς και παντρεύεται μεγαλοκαθολικό παράγοντα της Βόννης. Ο Χανς μένει μπουκάλα και κλαίει τη μοίρα του και παρακαλάει όλους τους γνωστούς και αγνώστους να πείσουν τη Μαρί να γυρίσει στην αγκάλη του.
Τον ήρωα ήθελα να τον καταχεριάσω από τις πρώτες σελίδες. Παρά το γεγονός πως ήθελε να ζήσει χωρίς φραγμούς και νόρμες, ελεύθερος στο πνεύμα και μακριά από κοινωνικά 'πρέπει', για μένα ήταν ένα άκρως “ναρκισσιστικό γουρούνι” γιατί έκανε μόνο ό,τι ήθελε και δεν σκέφτηκε ποτέ τα 'θέλω' της Μαρί που υποτίθεται τόσο αγαπούσε.
Κι όσο περνούσαν οι σελίδες, ο ήρωας κέρδιζε ακόμα περισσότερο την αντιπάθεια μου, αντίθετα ο Χάινριχ Μπελ κέρδιζε το σεβασμό και το θαυμασμό μου. Με άκρως θαυμαστό χειρουργικό τρόπο, καυτηρίαζε όλα τα 'κακώς κείμενα' της γερμανικής κοινωνίας, ιδίως όλα αυτά που θάβονται κάτω από το χαλί και όλοι είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα: οι προτεστάτνες, ο γερμανικός καθολικισμός, οι εγκληματίες πολέμου ναζί που εν μια νυκτί έγιναν φανατικοί υπέρμαχοι της δημοκρατίας, η ηθελημένη λήθη, οι υψηλόβαθμοι ναζί που δεν πολέμησαν στο μέτωπο και την πλήρωσε ο απλός λαός, η μάνα που προτίμησε να θυσιάσει την κόρη της την Εριέττα για το μεγαλείο της χιτλερικής Γερμανίας.
Πρόκειται για ένα άκρως εσωτερικό βιβλίο που διαβάζεται λίγο – λίγο (δεν είναι για χόρταση γιατί θα σας καθίσει στο στομάχι), που η μάσκα του ήρωα – κλόουν παίζει ξεκάθαρα με την υποκρισία της γερμανικής κοινωνίας. Ο ήρωας θλιβερός, κατ'εμέ αντιπαθής, τον οικτίρεις ώρες – ώρες αλλά θέλεις να του δώσεις και δέκα μπούφλες κι εκεί είναι το μεγαλείο του συγγραφέως γιατί έπλασε τον ήρωα όπως ακριβώς έπρεπε να είναι...
Μοναδική σκηνή όπου η εξωτερική δράση σπάει το 'εσωτερικόν' του πράγματος, η επίσκεψη του πατέρα στο σπίτι του Χανς. Ένας πατέρας συντετριμμένος, ένας πατέρας που θέλει να βοηθήσει αλλά δεν ξέρει πως, ένας πατέρας που θέλει διακαώς να φτιάξει ένα φλιτζάνι καφέ στο γιο του γιατί θέλει να τον ευχαριστήσει κι ένας γιος που ενώ χλευάζει το χρήμα, το μόνο που ζητάει από τον πατέρα του είναι χρήματα...
Τι να πω... Ένα 9,5/10 για τούτο το αριστούργημα...
(και δεν βάζω το δεκάρι γιατί δεν θέλω να ρίξω ολόκληρο μάρκο στο καπέλο του Χανς την ώρα που ζητιανεύει στο σταθμό...)

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΚΛΟΟΥΝ
Χάινριχ Μπελ
Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη
Εκδόσεις Γράμματα, 1986
Σελίδες 252

Τετάρτη, 6 Ιουλίου 2016

Έλα σε μένα - Τάσος Αγγελίδης-Γκέντζος, Παναγιώτης Κουντουράς



“London’s burning with boredom, now! Londons burning dial 999”
Επειδή υποτίθεται πως κάθε βιβλίο που διαβάζουμε μας αφήνει και κάτι καλό, το «Έλα σε μένα» κατάφερε να μου θυμίσει ένα αγαπημένο πλην ξεχασμένο εδώ και χρόνια άσμα της νεότητας μου. Το «London’s burning with boredom now!» των Clash. Ειλικρινά, δεν θυμάμαι κι εγώ πόσες φορές το τραγούδησα, πόσες φορές τράβηξα τα μαλλιά μου και πόσες φορές αναρωτήθηκα φωναχτά «μα τι ήπιαν οι συγγραφείς όταν το έγραφαν και δεν μου δωσαν και μένα…»
Βρήκα το εξώφυλλο ενδιαφέρον, το οπισθόφυλλο επίσης ενδιαφέρον, όπως επίσης βρήκα την γραφή ενδιαφέρουσα και την ‘πάτησα’ ως ‘σκορόφιδον’ που μόλις βγήκε από τ’αυγό του.
Τώρα εσείς περιμένετε να σας πω περί τίνος διαπραγματεύεται το βιβλίο αλλά ανάθεμα κι αν κατάλαβα. Η ιστορία ξεκινάει μ’ένα φεϊσμπουκικό διάλογο ανάμεσα σ’ένα νεαρό σταρ 22 μόλις ετών και ένα ψεύτικο προφίλ που προφανώς το διατηρεί ώριμη κυρία που περνάει κρίση ηλικίας πολλάκις και ψάχνει να ξεχαρμανιάσει μέσω διαδικτύου γιατί έχει κι ένα πρόσωπο στην κοινωνία και δεν τολμά να ξεμασκαρευτεί. Ο διάλογος τραβάει σε μάκρος, πέφτει πολύ φιλοσοφία στο μεταξύ, μηνύματα που πιάνουν ίσαμε κι ολόκληρη σελίδα κι εγώ αναρωτιέμαι γιατί εμένα δεν μου την έχουν πέσει ποτέ φιλοσοφικώς παρά μόνο σεξουαλικώς άτομα μέσω προφίλ πραγματικών και εξωπραγματικών.
Κι ενώ λες, Οκ φίλτατοι, ωραίο το φιλοσοφημένο cyber sex, ξαφνικά η ιστορία πάει αλλού. Μπλέκονται κι άλλα πρόσωπα, τρίτα, τέταρτα και πέμπτα, από την οθόνη του υπολογιστή αρχίζουν και τα ταξίδια σε Αμέρικα, Κωνσταντινούπολη και Bella Italia κι εκεί εγώ ο δύσμοιρος σκωροφιδικός αναγνώστης έχω χάσει πλέον τον μπούσουλα γιατί δεν ξέρω ποιος είναι ποιος και ποια είναι ποια και ποιο είναι ποιο και άλλα αντί άλλων της μάνας μου το γάλα.
Αντιλαμβάνομαι πως οι δημιουργοί θέλησαν να φτιάξουν ένα ψυχολογικό τώρα να το πω θρίλερ, όπου να μπερδεύουν τον αναγνώστη κι εκεί που λες «το ‘χω» να αντιλαμβάνεσαι πως δεν το ‘χεις και να ψάχνεις παρακάτω. Λυπάμαι αλλά εγώ από μια στιγμή κι έπειτα το έχασα εντελώς. Νομίζω ότι αυτή η υπερπροσπάθεια να κάνω κάτι για να μπερδέψω τον αναγνώστη και να φανεί πως έχω γράψει τη σούπερ ντούπερ κουλτούρα, δεν μου κόλλησε.
Λυπάμαι γιατί μια ωραία γραφή με αξιώσεις καταποντίστηκε σ’ένα σενάριο δίχως ειρμό που για να το ακολουθήσεις μόνο αν πιεις από αυτό που ήπιαν και οι δημιουργοί του, μπορείς να το ακολουθήσεις.
Και μια βαθμολογία που είναι να δοθεί: ένα 5/10 (κι αυτό γιατί η γραφή έχει αξιώσεις κι είναι κρίμα να αδικηθεί…)

ΕΛΑ ΣΕ ΜΕΝΑ
Τάσος Αγγελίδης - Γκέντζος, Παναγιώτης Κουντουράς
Εκδόσεις Ωκεανός,  2016
Σελίδες 496