Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2016

Η αλήθεια και άλλα ψέματα - Σάσα Αράνγκο



A! για να σας πω… μπορεί να είμαι σκορόφιδον φαρμακόγλωσσον και ποτισμένον από την πικρή πράσινη χολή μου αλλά είμαι και σκορόφιδον ηθικόν… Έχω ένα προσωπικόν θέμα με αυτό που εγώ θεωρώ αδικία…  είμαι σκορόφιδον το οποίο επιθυμώ διακαώς στο τέλος των βιβλίων που διαβάζω να υπάρχει μια κάθαρση ρε παιδί μου… Εδώ ολόκληρος Αισχύλος, κοτζάμ Σοφοκλής, ακόμα και τούτος ο Ευριπίδης σ’αυτό το θέμα ήταν ‘κάθετοι’. Στο τέλος έχουμε την κάθαρση. Δεν μου στέκεται ρε παιδί μου, ο κακός να θριαμβεύει… Γιατρέ μου, μήπως πρέπει να το κοιτάξω;;;

Ακόμα νιώθω στο πετσί μου το εκνευριστικό τσιρτσίρισμα όταν πρωτογνώρισα τον ‘ταλαντούχο κύριο Ρίπλευ’ της Patricia Highsmith, αυτόν τον ανεκδιήγητο αντιήρωα που βρίσκει τον τρόπο και την σκαπουλάρει πάντα…  γι’αυτό και τον αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι γιατί κάθε φορά που τον συναντώ μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι και κρίμα να φύγω στο άνθος της ηλικίας μου μια και κυκλοφορούν κι εγκεφαλικά στην πιάτσα…

Σ’αυτό λοιπόν το μοτίβο κινείται και ο βασικός ήρωας – αντιήρωας του Σάσα Αράνγκο, ο Χένρι Χάιντεν, στο “Η αλήθεια και άλλα ψέματα”. Ο Χένρι λοιπόν είναι ένας πολύ διάσημος συγγραφέας (μα τι τους έχει πιάσει όλους τους συγγραφείς και γράφουν για συγγραφείς;), μόνο που τα βιβλία του τα γράφει η γυναίκα του. Ζει μια ζωή ονειρική (καλή γυναίκα, μπόλικο χρήμα, άφθονη δόξα, ένας πιστός σκύλος, μια υπέροχη βίλα στην εξοχή, μια κουκλάρα ερωμένη κι άλλες τόσες περιστασιακές)... Το απόλυτο φετίχ του άντρα δηλαδή… μέχρι που η ζωή του ανατρέπεται από ένα στιγμιαίο λάθος όπως είχε πει κάποτε και στα δι’ημάς ο λαϊκό-ποπ βάρδος Πασχάλης. Η ερωμένη μένει έγκυος, φυσικά αρνείται να ρίξει το παιδί γιατί ξαφνικά της ξύπνησε και το μητρικό ένστικτο, κι ένα κουνάβι εισβάλλει στη σοφίτα του πολυτελούς σπιτιού του. Εντάξει, το κουνάβι είναι άσχετο με την υπόθεση, αλλά σας το αναφέρω για να ξέρετε πως ο κύριος πέρα από τα καλά, έχει και τα προβληματάκια του. Μια ερωμένη κι ένα κουνάβι.

Η ζωή του Χένρι λοιπόν καταρρέει, ψάχνει λύσεις για να σωθεί, σε ποια από τις δυο γυναίκες να πει αλήθεια και σε ποια ψέματα κι εκεί κάνει το μοιραίο λάθος. Προσοχή, ακολουθεί ολίγον spoiler (αν και είναι στην αρχή του βιβλίου). Αντί να ‘καθαρίσει’ μια και καλή την ενοχλητική ερωμένη που ξαφνικά την έπιασε το μητρικό της μόλις είδε τον υπέρηχο, ‘καθαρίζει’ τη γυναίκα του (και όχι με άζαξ). Κι εκεί προσπαθώντας να καλύψει το ένα λάθος, κλασικά προκύπτει ένα άλλο και μετά ένα άλλο κι όλο προσπαθεί να καλύψει τα προηγούμενα κι όλο βγαίνει κι ένα άλλο. Κι όταν ο «καημένος» λέει την αλήθεια (όποτε τον πιάσει κρίση ειλικρίνειας), κανείς δεν τον πιστεύει αλλά τα ψέματά του όλοι μετά χαράς τα πιστεύουν. Και μια πλειάδα άλλων ανθρώπων γύρω του, ο φίλος του Σέρβος ψαράς Ομπραντίν, ο αστυνομικός που προσπαθεί να εξιχνιάσει την εξαφάνιση, ο εκδότης του ο Μορεάνι, η γραμματέας του εκδοτικού, μια γκόμενα που έτσι εμφανίζεται ξαφνικά από το πουθενά, ένας παλιός γνώριμος από το πολύ μακρινό παρελθόν που έρχεται για να σκοτώσει (?) τον Χένρι αλλά ο Χένρι έχει περισσότερες ζωές κι από εφτάψυχη γάτα κι έτσι τη σκαπουλάρει για μια ακόμη φορά…

Ψυχολογικό θρίλερ λέει το εξώφυλλο του βιβλίου… εξυπναδίστικη προσπάθεια θα την έλεγα εγώ… Συμπτώσεις επί συμπτώσεων, η λέξη ‘κωλοφαρδία’ είναι συνώνυμο του τύπου, ήρωες απλοϊκοί, κάτι που θέλησε να πει ο ποιητής αλλά που ούτε απ’έξω δεν πέρασε…

Και το τέλος… OMG!!!... Εντάξει ο συγγραφεύς προφανώς έφτιαξε τον ήρωα για να γράψει κι άλλα βιβλία, μάλλον θέλησε να δημιουργήσει έναν ήρωα που θα εμφανίζεται ξανά και ξανά, αλλά ευχαριστώ δεν θα πάρω!!! Μας τα ‘πρηξε ο συγγραφέας με το σκοτεινό παρελθόν του ήρωα, που παραμένει σκοτεινό κι αφού τελειώσει το βιβλίο καθώς και με την κατουρημένη την πυζάμα του Χένρι…

Βαθμολογία λοιπόν, ένα 5/10 με το ζόρι, γιατί είχε μια αγωνία μέχρι ένα σημείο… και γιατί ολόκληρη κούκλα του σεξ έβαλε μέσα για να ‘ξεχαρμανιάζει’ έτερος ήρωας, κρίμα να μην της χαρίσω κι ένα βαθμό και της κουκλίτσας…

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΨΕΜΑΤΑ
Σάσα Αράνγκο
Μετάφραση: Τάνια Σταύρου
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016
Σελίδες 344



Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Πώς η λογοτεχνία σου αλλάζει τη ζωή - Δημήτρης Στεφανάκης


Υπαρξιακά ερωτήματα, σας έχω σήμερα…
Α. Τι είναι καλύτερο να αλωνίζεις τον κόσμο μ’ένα σακίδιο ή να γράφεις για ταξίδια;
Β. Να είσαι καψούρης μέχρι τα μπούνια ή να γράφεις καψουροτράγουδα;
Γ. Να μαγειρεύεις σούσι για φίλους ή να γράφεις οδηγούς michelin για σούσι με φύκια και μεταξωτές κορδέλες;
Εν τοιαύτη περιπτώσει… ερώτηση Δ
Δ. Τι είναι καλύτερο να διαβάζεις και να γράφεις λογοτεχνία ή να διαβάζεις για λογοτεχνία;
Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα… Υπάρχουν αυτοί που βουτάνε στη ζωή για να τη ζήσουν και υπάρχουν κι αυτοί που προτιμούν να γνωρίζουν τη ζωή από τα βιβλία…

Δεν έχω καταλάβει τι κρίση πιάνει ενίοτε τους συγγραφείς (λες να πηγαίνει χεράκι – χεράκι με την κρίση ηλικίας;) και αντί να γράφουν λογοτεχνία, γράφουν για τη λογοτεχνία. Θεωρίες, απόψεις, θέσφατα, ρητά, έξυπνα ‘τσιτάτα’ copy – paste από φράσεις που ξεστόμισαν κάποτε άλλοι συγγραφείς (κλασικοί βεβαίως – βεβαίως)…
Ο Στεφανάκης μιλάει ξεκάθαρα σε πρώτο πρόσωπο, κάποιες μικρο-εμπειρίες από τα νιάτα του, κάποια αγαπημένα του αναγνώσματα, κάποιες απόψεις περί λογοτεχνίας και κλασσικών πλέον έργων (η σύγχρονη λογοτεχνία, εγχώρια και εισαγόμενη, παντελώς απούσα… μια αναφορά μόνο στον Πίντσον, άντε κι άλλη μια στο Φώκνερ…). Αυτό που όλοι οι Έλληνες συγγραφείς "απαξιούν" τη σύγχρονη λογοτεχνία, μάλλον θα πρέπει να το κοιτάξουν...
Κεφάλαια μικρά, ευκολοδιάβαστα, με γλώσσα απλή και όχι απλοϊκή, μπορούν να γίνουν κατανοητά απ΄όλο τον κόσμο κι όχι μόνο από τους θεωρητικούς του είδους…
Μου θύμισε λίγο βιβλίο εκλαϊκευμένης ψυχολογίας για τις πλατιές τις μάζες… Το ξεκίνησα, πιστεύοντας πως θα μου πάρει μέρες για να χωθώ στα νοήματα, το τέλειωσα σε δυο ωρίτσες… Καλό, αλλά μέχρι εκεί… Κι έμεινα με το ερώτημα: «τελικά η λογοτεχνία πως σου αλλάζει τη ζωή;» γιατί απαντήσεις δεν πήρα… ένα μικρό πήγαινε – έλα στους κλασικούς, κι εδώ κυρίως φαίνεται η αγάπη του Στεφανάκη για τους Γάλλους, κάτι αφορισμοί, κάτι τέτοια, αλλά κλείνοντας το βιβλίο δεν κατάλαβα την απάντηση του συγγραφέα στο ερώτημα που θέτει ως τίτλο του βιβλίου του…
 Μπορώ όμως να σας πω εγώ, πως η λογοτεχνία άλλαξε τη ζωή ενός σκορόφιδου: «…με ταξίδια του νου και της ψυχής, σε τόπους και χρόνους αλλοτινούς, παρέα με πρόσωπα αληθινά και φανταστικά, ψάχνω και βρίσκω τον εαυτό μου, αποδέχομαι πως είμαι ένα φίδι ποταπόν και γλυκόν…» και άλλα τέτοια ωραία ποιητικά…

Εν πάση περιπτώσει για να τελειώνουμε, δεν κατάλαβα για ποιο λόγο γράφτηκε τούτο το βιβλίο, σίγουρα όχι για φιλολόγους, κριτικούς και θεωρητικούς της λογοτεχνίας (too light for them), προφανώς για αναγνώστες που ίσως θελήσουν να δουν και τη θεωρητική πλευρά της λογοτεχνίας, και αφού ένας βαθμός είναι που είναι να μπει… ας βάλω ένα… χμχμχμχμχ
7/10 (για την καλή προσπάθεια... και γιατί μου θύμισε τον αγαπημένο Fabrice del Dongo κι όχι Φαμπρίτσιο ντελ Ντόνγκο...)

ΠΩΣ Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΟΥ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΗ ΖΩΗ
Δημήτρης Στεφανάκης
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016
Σελίδες 160

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Το κορίτσι της πτήσης 5403 - Michel Bussi

Τα αεροπορικά δυστυχήματα τα  έχουν όλα σε ‘πολύ’. Πολλούς νεκρούς, πολύ κλάμα, πολύ δυστυχία, πολύ δράμα, όλα είναι σε ‘πολύ’… Έτσι από το οπισθόφυλλο ήδη είχα ετοιμαστεί για ένα μυθιστόρημα που θα είχε κάτι σε ‘πολύ’… Ήλπιζα μόνο, να μην είχε πολύ βαρεμάρα…
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1980, ένα αεροπλάνο που εκτελούσε το δρομολόγιο (σαν Αθήνα – Κολιάτσου ένα πράγμα) Ισταμπούλ – Παρίσι προσκρούει στο όρος Μον Τερίμπλ (μπρρρ!!! Αλήθεια υπάρχει τέτοιο βουνό με την ονομασία ‘Απαίσιο Όρος’;) στα γαλλοελβετικά σύνορα. Αποτέλεσμα: όλοι οι επιβάτες νεκροί, εκτός από έναν… ένα βρέφος (κοριτσάκι) μόλις τριών μηνών… Κι ενώ για τα δύσμοιρα τα θύματα και τις οικογένειες τους, εδώ τελειώνουν όλα, για δύο οικογένειες εδώ φαίνεται να αρχίζουν όλα. Γιατί μέσα στο αεροπλάνο, επέβαιναν δύο μωρά… δύο κοριτσάκια… της ίδιας ακριβώς ηλικίας… κι όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για την ταυτότητα του μωρού έχουν χαθεί κάτω από τη λαίλαπα της φωτιάς. Δύο οικογένειες ερίζουν για την ταυτότητα του μωρού: η πλούσια οικογένεια των ντε Καρβίλ (με δικό τους ροδώνα δίπλα στη Eurodisney… άσχετο αλλά εμένα μου έκανε εντύπωση!) και η φτωχή πλην τιμία οικογένεια των Βιτράλ, καντινιέρηδες με ‘βρώμικα’ στην Ντιεπ, στις νορμανδικές ακτές… Ο ιδιωτικός ντεντέκτιβ Κρεντούλ ντε κάτι (κάτι γαλλικό που μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή) έχει αναλάβει τη διαλεύκανση της υπόθεσης (εδώ υπάρχουν πολλά λεφτά μάγκα!) αλλά δεκαοχτώ χρόνια μετά, τα πράγματα είναι ακόμα θολά…
Σε δυο άξονες η αφήγηση… η κλασσική τριτοπρόσωπη αφήγηση της ιστορίας… και η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ντετέκτιβ μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου του…
Αστυνομικό, ψυχολογικό, κοινωνικό θρίλερ; Λίγο απ’όλα… και πολύ… όπως σας είπα παραπάνω… Αγωνιώδες, γρήγορο, στακάτο… Πολύ… Κι εκεί που λες, ‘σ’έχω τώρα μάγκα μου!’, κάτι αλλάζει… και λες, ‘έλα μωρέ μια σελίδα ακόμα’ κι έχεις βρεθεί να έχεις τελειώσει το βιβλίο, δίχως να το καταλάβεις…
Ήρωες πολλοί… αρκετά καλά ψυχογραφημένοι για βιβλίο του είδους… Αγαπημένη μου η Μαλβίνα ντε Καρβίλ… η ‘τρελή’, η ‘απροσάρμοστη’, η ‘επικίνδυνη’, η 24/χρονη κοπέλα με την εμφάνιση δεκάχρονου… για μένα, αυτή που πλήρωσε το τίμημα για την εγωιστική διαμάχη δύο οικογενειών και για τα λάθη αγνώστων…
Αυτά από μένα… Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί… Πολύ…
Βαθμολογία: 8,5 / 10

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΗΣ ΠΤΗΣΗΣ 5403
Michel Bussi
Μετάφραση: Αριάδνη Μοσχονά
Εκδόσεις Κέδρος, 2015
Σελίδες 526

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Η απομόνωση - Jean-Yves Masson

 
Ενίοτε σέρνομαι αναζητώντας σκοροφαγωμένα βιβλία σε διάφορα παζάρια βιβλίων ανά την  υφήλιο. Η βιβλιοθήκη μου είναι γεμάτη παλιές εκδόσεις που δεν πρόκειται να τις διαβάσω ποτέ για τον απλούστατο λόγο πως δεν γνωρίζω τη γλώσσα στην οποία έχουν γραφτεί. Μέσα λοιπόν σ’αυτές τις εμμονικές μου βόλτες, είχα αγοράσει αντί πινακίου φακής την «Απομόνωση», ένα μίνι βιβλίο που για να είμαι και ειλικρινές, με τράβηξε περισσότερο το αυτοκόλλητο της προσφοράς (Μεταξική Ελλάδα. Σπιναλόγκα. Η ζωή στο νησί. Ένας παράφορος έρωτας) παρά ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου.
Είμαι σκορόφιδον που το ελκύουν ασύστολα τα δράματα, και δη τα ερωτικά δράματα. Αισχύνομαι που το ομολογώ, αλλά το δράμα της Σπιναλόγκας το γνώρισα από την Χίσλοπ και με άγγιξε τα μάλα. Αν και έχω πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου να διαβάσω και την ιστορία του νησιού από τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, μου ήταν αδύνατο να αντισταθώ την παράξενη έλξη της Σπιναλόγκας επάνω μου.
Το βιβλίο είναι στο πρώτο πρόσωπο γραμμένο κι ο αφηγητής σε μεγάλη ηλικία καθώς φαίνεται, μας μιλάει για τα ‘περασμένα’, για μια Ελλάδα που έχει περάσει ανεπιστρεπτί (κι εύχομαι και να μην ξαναγυρίσει  και ποτέ εδώ που τα λέμε). Μισός Έλληνας – μισός Γάλλος, έρχεται στη μεταξική Ελλάδα ως απεσταλμένος τριών εφημερίδων κι εδώ γνωρίζει τη Μαρίνα. Έρωτας κεραυνοβόλος, δημιουργούν μία ‘ελεύθερη σχέση’ για τα δεδομένα της εποχής (oh! My God συζούν στο ίδιο σπίτι χωρίς να τους έχει ευλογήσει ο παπάς), συμμετέχουν σε διάφορους επαναστατικούς – αντιδραστικούς κύκλους της εποχής, ταξίδια ανά την Ελλάδα, υπαρξιακές αναζητήσεις.
Έπαθα μια σχετική αναφυλαξία όταν στην αρχή διάβασα προτάσεις του στυλ: «Ένα δέντρο έλαμπε μέσα στο σκοτάδι, η έκρηξη των λευκών λουλουδιών του μας καλούσε, τέντωνε μέσα στην ελαφριά πνοή του ανέμου τα λευκά κλαδιά του προς εμάς που περνούσαμε δίπλα του, που ερχόμασταν για να το συναντήσουμε και που κουβαλούσαμε μέσα μας το μυστικό του έρωτά μας». Δεν τα μπορώ αυτά τα γλυκανάλατα, δεν είναι για το ποιόν ενός σκορόφιδου που σέβεται τόσο τον εαυτό του όσο και το φαρμάκι που φωλιάζει μέσα του.
Ευτυχώς όμως γρήγορα ο συγγραφέας ξεφεύγει από τα λυρικά αυτά κλισέ και η ιστορία παίρνει μπρος. Αφήγηση, γρήγορη, λιτή, καταιγιστική. Το ένα γεγονός διαδέχεται το άλλο. Έπιασα τον εαυτό μου να πιστεύει πως κάθεται σ’ένα πεζούλι ενός ελληνικού σπιτιού και ακούει έναν γέροντα να του μιλάει για το παρελθόν του. Τόσο ζωντανή αφήγηση. Σικελιανός, Παλαμάς, όλη η ατμόσφαιρα της μεταξικής Ελλάδας, εξορία στην Κρήτη, χωριά στη μέση του πουθενά και στο βάθος το νησί, η Σπιναλόγκα, με τους λεπρούς κατοίκους της και την ιδιότυπη ζωή τους. Μικρές καθημερινές πινελιές που σε βάζουν στο νόημα, ανατριχίλα που διαπερνά το κορμί σου και η ανάγκη του ανθρώπου να κρατηθεί από τη ζωή, ακόμα κι αν ο θάνατος είναι το μόνο μέλλον που ανοίγεται μπροστά σου.
Πολλά είπαμε και σήμερα, αν τύχει και πέσει στα χέρια σας, αξίζει να του ρίξετε μια ματιά. Είναι και μικρό, κυλάει και γρήγορα… Αναρωτιέσαι ειλικρινά αν είναι ένα απλό μυθιστόρημα ή αν ο τύπος δεν τα έζησε ειλικρινά όλα αυτά που γράφει… (ή εντάξει αν δεν του τα είπε ο παππούς του…)
Ένα 8,5 /10 από μένα…
Η ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ
JEAN - YVES MASSON
Μετάφραση: Μάρω Τριανταφύλλου
Εκδόσεις Μελάνι, 2008
Σελίδες 233

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

Έφαγα πόρτα!






Τι να πω;;; Δεν σας καταλαβαίνω εσάς τους ανθρώπους... Είστε άλλο είδος, πιο εξελιγμένο από εμάς τα σκορόφιδα... Ίσως γι'αυτό τις περισσότερες φορές αδυνατώ να αντιληφθώ το 'επικίνδυνον' των καταστάσεων...
Έφαγα πόρτα λοιπόν, όχι κυριολεκτικώς γιατί μου κάθεται στο στομάχι κι άντε να την χωνέψεις μετά, αλλά μεταφορικώς από το 'φατσομπούκι'. Αρνούνται την ύπαρξή μου, ως αυτόνομου όντος με δική του άποψη και ζήτησαν να αποδείξω την ταυτότητά μου με χαρτιά νομικά ή ακόμα και με παπά και με κουμπάρο. Όμως εγώ ένα ταπεινόν σκορόφιδον είμαι, πού να βρω όλα αυτά που μου ζητάνε;
Είναι δυνατόν να βγάλω το 'φιδοπουκάμισον' μου, να τσιτσιδωθώ ενώπιον όλων και να δείξω 'ποιος είμαι';
"Πες μας ποιος είσαι" ή "Ουστ! από δω".
Έτσι λοιπόν, μάζεψα κι εγώ τα κουβαδάκια μου, τα βιβλιαράκια μου, τα ποντικάκια μου και όλα τα εις - άκια μου και φεύγω γι'άλλη παραλία. Να πω, πως δεν είχα έρθει με το 'κατιτίς μου'; Με τις βιβλιοαπόψεις μου, με τα σχολιάκια μου και κυρίως με την 'καλή κουβέντα' στο στόμα ήμουν, το άτιμο. Ας όψεται η άδικη η  κοινωνία... που άλλους τους ανεβάζει και άλλους τους κατεβάζει...
Έτσι λοιπόν, προφίλ και σελίδα σκοροφιδικιά στο facebook γράψτε τέλος. Όποιος συνεχίζει να θέλει να διαβάσει και μια άλλη αιρετική γνώμη, εγώ εδώ θα τριγυρνώ, στη 'σκοροφιδοφωλιά' μου (στο blog), στο twitter και στο goodreads.
Hasta la vista παίδες!!!

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Ερωτοτροπίες - Χαβιέρ Μαρίας



«Εάν αγοράσεις το βιβλίο από τον τίτλο του, περιμένοντας να συναντήσεις ερωτικά τρίγωνα και τετράγωνα, ρωμαϊκά όργια, σεξουαλικά υπονοούμενα και εν γένει να εμπλουτίσεις τις γνώσεις σου σε σεξουαλικές και ερωτικές φαντασιώσεις, άστο καλύτερα, διάλεξε κάτι μέσα από την εγχώρια show biz λογοτεχνία», είπα στην ‘παγώνα’ που θεώρησε πως θα διάβαζε sequel των «50 αποχρώσεων του γκρι».
«Καλά, τι βιβλίο είναι τότε; Από αυτά που διαβάζουν οι ανέραστες;» (Κάπως αλλιώς μου το ‘πε, κάτι σε ‘αραχλομ….’, αλλά εγώ δεν βάζω τέτοιες λέξεις στο στόμα μου).
«Κοίτα», της απάντησα, με όλη τη σοβαρότητα του κόσμου. «Αν ήταν λαχανικό, θα ήταν μαρούλι».
«Γιατί;»
«Διότι αγαπητή μου δεσποσύνη, για να φτάσεις στην καρδιά του μαρουλιού, πρέπει αργά – αργά και εξονυχιστικά να καθαρίσεις όλα τα φύλλα του μαρουλιού που προηγούνται. Πρέπει να κοπιάσεις για να φτάσεις στην καρδιά του μαρουλιού, ε…. του αναγνώσματος, ήθελα να πω».
«Α! Δεν τα μπορώ τα μαρούλια! Με φουσκώνουν!», απάντησε.
«Αν ήταν κρασί», επέμεινα «θα ήταν ένα Chateau Angelus, με σκουροκόκκινο χρώμα και  σφιχτές τανίνες, που πρέπει να το πιεις αργά – αργά να απολαύσεις κάθε γουλιά στον ουρανίσκο σου, να γευτείς όλα του τα αρώματα. Εάν το πιεις μονοκοπονιά, θα σε πειράξει στο κεφάλι».
«Α! εγώ δεν μπορώ, θέλω άσπρο πάτο!»

Το story λοιπόν, ξεκινάει με τη Μαρία Ντολθ, υπάλληλο σε μεγάλο εκδοτικό της Μαδρίτης που καθημερινά, πριν πάει στη δουλειά , παίρνει το πρωινό της στην ίδια πάντα καφετερία. Στο ίδιο μέρος, επίσης καθημερινά, παίρνει το πρωινό του και παντρεμένο – αγαπημένο ζευγάρι (ναι υπάρχουν και αυτά!), όπου η Μαρία, το παρακολουθεί ως καθημερινή πολύτιμη ατραξιόν προτού πέσει στη μάχη με τα θηρία (τους συγγραφείς με τους οποίους έρχεται αντιμέτωπη…)
Μια ωραία ή μάλλον μια άσχημη πρωία, ο Ντεβέρν (ο σύζυγος του ζευγαριού), θα βρεθεί δολοφονημένος από έναν άστεγο της περιοχής. Η Μαρία θα δηλώσει τα «συλλυπητήρια» της στη χήρα και μέσα στο άφατο πένθος της χήρας, θα γνωρίσει τον Ντίαθ – Βαρέλα (τον κολλητό του νεκρού) ο οποίος συμπαραστέκεται στη χήρα του φίλου του. Κι εκεί θα πλεχτεί ένα ειδύλλιο από την πλευρά της Μαρίας και μια ‘ξεπέτα’ από την πλευρά του Ντίαθ – Βαρέλα.
Όμως ξαφνικά ανακαλύπτεις πως τα πράγματα δεν είναι καθόλου όπως φαίνονται. Ποια είναι τα κίνητρα του δράστη; Ποιος εν τέλει είναι ο πραγματικός δράστης; Και άραγε μια δολοφονία δικαιολογείται από τις περιστάσεις;

Δεν είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται απνευστί. Θέλει το χρόνο του, για να αποδεσμεύσει όλα του τα αρώματα, για να μην χάσεις αυτά που θέλει να σου πει. Είναι μια ελεγεία βασικά για τα δύο πράγματα που ταλανίζουν όχι μόνο το ανθρώπινο αλλά και το σκοροφιδικό είδος: τον έρωτα και τον θάνατο. Περισσότερο τον θάνατο θα έλεγα εγώ και μετά τον έρωτα.
Ανατροπές που σκοντάφτεις επάνω τους σαν αρχάριος εκεί που δεν το περιμένεις και δυο ραντεβού με δυο μεγάλους κλασικούς. Γιατί ο Μαρίας, αρέσκεται στη «διακειμενικότητα» και μεγάλο μέρος στο βιβλίο καταλαμβάνουν δύο αριστουργήματα της γαλλικής λογοτεχνίας: «Ο συνταγματάρχης Σαμπέρ» του Μπαλζάκ και «Οι τρεις σωματοφύλακες» του Δουμά. Και μπορεί να έχω χωρίσει τα τσανάκια μου από τον Μπαλζάκ εδώ και χρόνια επειδή βγάζω αναφυλαξία με τις 100 σελίδες περιγραφές του μέχρι να μπει στο ‘ψητό’, αλλά ο Μαρίας με πότισε τώρα με το μικρόβιο να διαβάσω τον κακομοίρη τον συνταγματάρχη Σαμπέρ που γύρισε όχι μόνο από το κρύο αλλά από ολόκληρη εκατόμβη νεκρών.
Ανατροπές, γλώσσα που ρέει, φιλοσοφικές αναζητήσεις, ένα πήγαινε – έλα χωρίς βιάση και μια κλειδαρότρυπα στον σύγχρονο εκδοτικό κόσμο όπου απομυθοποιείται το ύφος χιλιάδων καρδιναλίων πολλών σύγχρονων συγγραφέων.

Το λάτρεψα. Με όλη μου την ψυχή : 8,5 (κι αυτό γιατί είμαι σκορόφιδον κακιασμένον κι εκδικητικόν και θα ήθελα ένα άλλο τέλος, αλλά ο συγγραφέας έχει το μαχαίρι έχει και το καρπούζι και μας πασάρει ό,τι θέλει για επιδόρπιο).

Και εν κατακλείδι να θυμάστε, στον έρωτα όλα επιτρέπονται. Ή μήπως όχι;

ΕΡΩΤΟΤΡΟΠΙΕΣ
Χαβιέρ Μαρίας
Μετάφραση: Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη, 2015
Σελίδες 424


Τρίτη, 2 Φεβρουαρίου 2016

Περί βιβλιοκριτικής και άλλων δαιμονίων...


ΠΕΡΙ ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΔΑΙΜΟΝΙΩΝ
ή πως γλείφουμε το βασιλιά μας...

Τώρα που τα πνεύματα ηρέμησαν (λέω εγώ τώρα…) και το μυαλό όλων είναι πιο καθαρό (ή μήπως είναι ευσεβής μου πόθος;), είπα να πω ξεκάθαρα την προσωπική μου άποψη μου (το τονίζω ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ) περί βιβλιοκριτικής ή βιβλιοάποψης στον αέναο κόσμο των social media ή εν γένει του internet.
Θα προσπαθήσω να είμαι σκορόφιδον σοβαρό γιατί μάλλον το θέμα είναι σοβαρό αλλά και πάλι δεν εγγυώμαι και τίποτα γιατί ποιος έχασε τη σοβαρότητα του για να την βρω τώρα εγώ;
Πιστεύω πως η κριτική βιβλίων (επιμένω η κριτική βιβλίων) είναι ασχολία πολύ σοβαρήν, ασχολία που είναι για ανθρώπους που κατέχουν το σπορ. Κι όταν λέω ‘κατέχουν το σπορ’, εννοώ πως για να κρίνεις ένα λογοτεχνικό βιβλίο, θα πρέπει να έχεις μελετήσει και φυσικά να έχεις διαβάσει πολύ. Κι όταν λέω να έχεις μελετήσει, να γνωρίζεις καλά όχι μόνο τι εστί βερίκοκο αλλά και τι εστί ρεαλισμός, ρομαντισμός, νατουραλισμός, μοντερνισμός, μετα-μοντερνισμός και τα όλα σε –ισμός λογοτεχνικά ρεύματα. Όταν μιλάς για ελληνική λογοτεχνία πρέπει σαφώς να γνωρίζεις τη λεγόμενη γενιά του ’30, τις ιστορικές και πολιτιστικές συνθήκες κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκαν τα διάφορα ρεύματα (όχι αυτά που σε χτυπάνε όταν αφήσεις το παράθυρο ανοιχτό), τον τρόπο αφήγησης του κάθε συγγραφέα, τι καινούριο κόμισε στην τέχνη και άλλα τέτοια επιστημονικά ωραία. Εννοείται πως μπορεί να υπάρχει ένας πολύ καλός κριτικός ελληνικής λογοτεχνίας, όμως να μην γνωρίζει την τύφλα του από αγγλοσαξονική λογοτεχνία, γι’αυτό καλό θα κάνει να μείνει στα του ελληνικού οίκου και να αφήσει τους αγγλοσάξονες για τους κριτικούς της αγγλοσαξονικής. Με αυτή λοιπόν, την προσέγγιση, πιστεύω πως η κριτική βιβλίων είναι άθλημα για ολίγους, που συνήθως το έχουν ‘σπουδάσει το πράγμα’. Ναι υπάρχουν και σχολές της φιλοσοφικής που διδάσκεται η λογοτεχνία ως σπορ.

Και πάμε τώρα στο επόμενο στάδιο. Βιβλιοάποψη εννοείται, πως μπορούμε να έχουμε όλοι. Όλοι όσοι έχουμε διαβάσει ένα βιβλίο. Και το τονίζω για μια ακόμη φορά. ΑΠΟΨΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΟΧΙ ΚΡΙΤΙΚΗ. Πάνω σ’αυτό λοιπόν το πλαίσιο, είπα κι εγώ το ταπεινόν πλην τίμιον σκορόφιδον, να γράφω την άποψή μου για τα βιβλία τα οποία διαβάζω. Εξάλλου το διατυμπανίζω και στο προφίλ μου «Σκορόφιδον: Είδος εξαιρετικά σπάνιον, τείνει προς εξαφάνιση. Διαβάζει δίχως φόβο αλλά με πάθος. Δεν είναι κριτικός παρά ένας δύσμοιρος αναγνώστης!». Άρα όποιος μπαίνει στον κόπο να διαβάσει την άποψή μου για ένα βιβλίο, πρέπει να γνωρίζει πως διαβάζει μια προσωπική άποψη κι όχι μια επιστημονική και έγκυρη κριτική. Κι εννοείται πως η άποψη είναι πάντα υποκειμενική και όχι αντικειμενική. Το γεγονός πως εγώ δεν μπορώ να διαβάζω βιβλία που η υπόθεσή τους δεν έχει καμία συνοχή και κανένα λογικό ειρμό, δεν σημαίνει πως πρέπει να ακολουθεί ο καθείς τις δικές μου αναγνωστικές προτιμήσεις.
Κι ερχόμαστε στο δια ταύτα. Η άποψη λοιπόν μπορεί να είναι θετική και αρνητική. Το επισημαίνω και αρνητική. Ο κάθε συγγραφέας που αποφασίζει να βγάλει το βιβλίο του από το συρτάρι ή από τον σκληρό δίσκο του υπολογιστή του και να το εκδώσει, πρέπει να είναι έτοιμος να ακούσει τη γνώμη παντός αναγνώστη. Θα υπάρξουν απόψεις διθυραμβικές, απόψεις θετικές, απόψεις αρνητικές, απόψεις εμπαθείς. Εάν δεν είναι ώριμος να ανταπεξέλθει, ας κρατήσει τα χειρόγραφά του για τον εαυτό του κι ας τα διαβάζει στην οικογένειά του που όλοι θα έχουν να του πουν μια καλή κουβέντα. Επειδή κάποιος ή κάποια είναι καλό παιδί δεν σημαίνει πως είναι και καλός συγγραφέας.
Κατά την ταπεινή μου πάντα άποψη, επισημαίνω πως για να σε πάρει κανείς στα σοβαρά γι’αυτά που λες ή γράφεις, πρέπει να τα αιτιολογείς. Θυμάστε στο Γυμνάσιο όταν η φιλόλογος μας έλεγε «χαρακτηρίστε τον Οδυσσέα»; Δεν αρκούσε να γράψουμε μόνο πως ο Οδυσσέας ήταν πολυμήχανος αλλά έπρεπε να γράψουμε "Ο Οδυσσέας είναι πολυμήχανος γιατί αυτό και κείνο και το άλλο…". Έτσι λοιπόν, όταν κάποιος γράφει και αναλύει την άποψή του για ένα βιβλίο, το πρέπον θα ήταν να αιτιολογήσει και την άποψή του. Δεν δίνω ούτε μια δεκάρα για τα σχόλια του τύπου «το βιβλίο ήταν το καλύτερο που διάβασα στη ζωή μου!», «το βιβλίο ήταν αριστούργημα», «το βιβλίο ήταν για τα σκουπίδια» ή «ήταν ό,τι χειρότερο διάβασα ποτέ». Όλες αυτές οι φράσεις έχουν νόημα όταν ακολουθούνται πάντα από τη μαγική λεξούλα γιατί… «Το βιβλίο ήταν χάλια γιατί π.χ. ήταν γεμάτο ιστορικές ανακρίβειες, ή οι πράξεις των ηρώων δεν είχαν λογική και ειρμό». Ή το αντίθετο «το βιβλίο ήταν υπέροχο γιατί με γέμισε συναισθήματα, έκλαψα με την ψυχή μου και το φχαριστήθηκα. Του ‘δωσα και κατάλαβε βρε παιδί μου!!!…»
Πάνω σ’αυτή τη λογική λοιπόν όταν γράφω την άποψή μου, λατρεύω ν’ακονίζουμε τα ξίφη μας και ν’ακούω λοιπούς αναγνώστες που διάβασαν το ίδιο βιβλίο και το μίσησαν ή το λάτρεψαν. Αλλά αυτό που θα ήθελα είναι όχι να πλακωθούμε στις μπουνιές αλλά να μου πουνε «ρε φίδι, εσύ μπορεί να βρήκες το βιβλίο μέσα στα ιστορικά λάθη αλλά εγώ πολύ το γούσταρα γιατί συνδέθηκα συναισθηματικά με τον ήρωα, τον πόνεσα, τον έκλαψα και στο κάτω – κάτω, τι σημασία έχει ένα βιβλίο αν δεν αγγίξει την ψυχή σου;» Αυτή είναι υγιής αντιπαράθεση.

Να πούμε και ολίγα λόγια περί spoilers. Δεν γράφω την άποψή μου για να παρακινήσω κάποιον να διαβάσει ή όχι ένα βιβλίο. Δεν προωθώ βιβλία ούτε πληρώνομαι από συγγραφείς κι εκδοτικούς. Γράφω για να συζητήσουμε με ανθρώπους που ενδεχομένως έχουν ήδη διαβάσει το βιβλίο και να ανταλλάξουμε γνώμες. Προσωπικά πάντα διαβάζω τα spoilers άλλων, ενίοτε τα ψάχνω κιόλας, γιατί όταν διαβάζω δεν μ’ενδιαφέρει τόσο η υπόθεση αλλά το πώς είναι γραμμένο το βιβλίο. Με τον ίδιο τρόπο που διαβάζω ένα καλό βιβλίο ξανά και ξανά κι ας ξέρω τι έχει γίνει στο τέλος. Επειδή όμως, μπορώ να καταλάβω αυτούς που θέλουν να ζήσουν την «πρώτη έκπληξη», γι’αυτό κι ενημερώνω πάντα για σπόιλερ. Εάν δεν μπορούν να σταματήσουν σ’εκείνο το σημείο και συνεχίζουν, λυπάμαι αλλά κακό του κεφαλιού τους.

Και θα τελειώσω με το θέμα της ανωνυμίας μου. Αφού δεν γράφω κριτική και δεδομένου πως η λογική των blogs είναι συνδεδεμένη με την ανωνυμία, δικαιούμαι την ανωνυμία μου. Στο κάτω – κάτω μια ‘καλλιτεχνική σκωπτική περσόνα’ είμαι. Ποιος καλλιτέχνης που σέβεται τον εαυτό του δεν έχει ψευδώνυμο; Εδώ ολόκληρος Ελύτης, έκανε καριέρα με ψευδώνυμο, δεν θα κάνω εγώ το ταπεινόν σκορόφιδον; Εδώ ολόκληρος Αρκάς παραμένει άγνωστος πίσω από τα υπέροχα σκίτσα του και το ψευδώνυμό του… Τι μου λείπει δηλαδή εμένανε;;; Και για να το σοβαρέψουμε και λίγο. Ο λόγος της ανωνυμίας είναι βασικά ο εξής ένας: Δεν θέλω να έχω σχέσεις με τους συγγραφείς που διαβάζω. Δεν θέλω να με ξέρουν, δεν θέλω να τους ξέρω. Πώς θα μπορέσω να γράψω ανεπηρέαστα τη γνώμη μου όταν έχουμε συνομιλήσει στο fb, όταν έχουμε πιει καφεδάκι, όταν τα έχουμε κάνει τάτσι-μήτσι-κώτσι;;;

Κι ας πω και την τελευταία μου κουβέντα…
Δεν μ’ενδιαφέρουν οι συγγραφείς… ούτε τι κάνουν στην προσωπική τους ζωή, ούτε πότε το κάνουν, ούτε πως το κάνουν… Γι’αυτό και δεν κρίνω ποτέ τις επιλογές τους. Μ’ενδιαφέρει μόνο το βιβλίο που διαβάζω. ΄Ετσι μπορώ να ενθουσιαστώ με το βιβλίο ενός συγγραφέα ενώ με κάποιο άλλο δικό του να κόψω τις φλέβες μου από βαριεστημάρα… Στο κάτω – κάτω, το πλήρωσα για να το διαβάσω, έχω δικαίωμα να πω και την άποψή μου…

Υ.Γ. Κι επειδή άκουσα από κάποια συγγραφέα «οι αναγνώστες πρέπει να είναι επιεικείς γιατί τα βιβλία έχουν γραφεί με κόπο», θα αντιτείνω και πως ένας μάγειρας βάζει και χρήμα και χρόνο και κόπο για να βγάλει ένα φαΐ. Αν όμως δημιουργήσει γλυκιά τάρτα με φουα γκρα, λίπος χοιρινό, αποξηραμένα βερίκοκα και γλυκόξινα φύκια, δεν σημαίνει πως είμαι υποχρεωμένο να τη φάω και ακόμα περισσότερο να βγω και να διαλαλήσω πως η ‘γκουρμεδιά’ του σεφ είναι για αστέρι Michelin.