Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Και η ελπίδα γύρισε ξανά - Νικόλ Άννα Μανιάτη



«Το ‘ριξες στ’αστυνομικά!», μου ‘πε φίλη – χελώνα που διαβάζει ένα βιβλίο το εξάμηνο.
«Όχι το ‘ριξα στα σκληρά», της απάντησα, προσπαθώντας να κάνω χιουμοράκι χαμηλού επιπέδου.
«Πάρε να διαβάσεις, να ξεστραβωθείς», επέμεινε εκείνη και μου έδωσε το νέο βιβλίο, δηλαδή τι νέο – την επανέκδοση ήθελε να πει, «Και η ελπίδα γύρισε ξανά» της Νικόλ Άννα Μανιάτη.
«Δεν διαβάζω αισθηματικά, καρδιά μου», της αντιγυρίζω, «αν δεν έχω φάει πρώτα τη χυλόπιτά μου».
«Δεν είναι αισθηματικόν. Είναι αστυνομικόν», επιμένει εκείνη. «Αγωνία, μυστήριο, εντάξει και έρωτας. Ό,τι θέλεις από ένα καλό βιβλίο».
Έλα που είμαι σκορόφιδον ψυχοπονετικόν και δεν μπορούσα να της χαλάσω το χατίρι. Ένα βιβλίο στα γρήγορα σκέφτηκα. Πατ κιουτ.
Λοιπόν το στόρι έχει κάπως έτσι: Η Ειρήνη λατρεύει τη φωτογραφία και διακοπεύει με τους φίλους της στον Πλαταμώνα. Αντί όμως να αρέσκεται στο να πάρει το πολυπόθητο μπρονζέ χρωματάκι που επιθυμεί κάθε ξανθιά που σέβεται τον εαυτό της, εκείνη πηγαίνει στα βάτα και στις ραχούλες να φωτογραφίσει τη φύση. Κι εκεί που φωτογραφίζει την όμορφη ελληνική γαλάζια θάλασσα, δίχως να το καταλάβει τραβάει και κάποιους που αρμενίζουν με μια βαρκούλα μεσοπέλαγα και ρίχνουν κάτι σκουπίδια στη θάλασσα. Κι ενώ εκείνη υποχρεώνεται να κατέβει άρον – άρον στην Αθήνα για να συναντήσει το σύζυγο, οι «ψαράδες – σκουπιδιάρηδες» εντοπίζουν την Ειρήνη πως τους τράβηξε φωτογραφίες ενώ δεν έπρεπε να τους είχε τραβήξει. Και θέλουν να την ξεκάνουν. Απλά και καθαρά, δίχως ίχνη. Κι από κει αρχίζει το κυνηγητό, η ιστορία, το σασπένς.
Λοιπόν… Εντάξει ας είμαστε ειλικρινείς, δεν τρελάθηκα και στο σασπένς ούτε στη αγωνία. Οι κακοποιοί ήταν από την αρχή γνωστοί και δεν υπήρχε η αγωνία να δεις το τι και το ποιος.
Ομολογώ όμως ότι τα πάντα στην ιστορία της Μανιάτη ήταν δικαιολογημένα και σωστά τοποθετημένα. Ποτέ δεν μου δημιουργήθηκε η αίσθηση «μα τι λέει τώρα;». Η παρουσίαση της ιστορίας, των γεγονότων και των ηρώων ήταν σωστά δουλεμένη ώστε όλα σου φαινόταν φυσιολογικά καμωμένα. Και για ένα φίδι λογικόν όπως εγώ, αυτό ήταν ένα μεγάλο «συν». 
Στα «συν» του βιβλίου επίσης το ψυχολογικό προφίλ των ηρώων. Με απλά ελληνικά, σου δίνει μαθήματα συμπεριφοράς ανθρώπων και ψυχολογίας. Αιτιολογεί τη συμπεριφορά του συζύγου, της φίλης, ακόμα και του αρχηγού της σπείρας.
Λοιπόν… Ένα βιβλίο που σαφώς δεν το ξεχωρίζεις για τη λογοτεχνική του αξία, με πολλές ωστόσο εικόνες. Μου έδωσε την εντύπωση ενός καλογραμμένου σεναρίου που πολύ θα το προτιμούσα σήριαλ στην τηλεόραση.
Εν κατακλείδι: Καλογραμμένο, καλά ψυχογραφημένοι ήρωες, σωστή χρήση της ελληνικής (μην το θεωρείτε αυτό δεδομένο), αγωνία κάτω του μετρίου.
Σκοροφιδική βαθμολογία: 7/10 

ΚΑΙ Η ΕΛΠΙΔΑ ΓΥΡΙΣΕ ΞΑΝΑ
Νικόλ - Άννα Μανιάτη
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2015
Σελίδες 432 

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

219 ημέρες βροχής - Αφροδίτη Βακάλη


Πολύ βροχή ρε παιδάκι μου… Μούλιασα… τόση βροχή που μούλιασε όχι μόνο το έξω μου αλλά και το από μέσα μου… Λοιπόν…
Σε μια μικρή επαρχιακή πόλη (κάπου, κάποτε… σίγουρα όμως κοντά στη Θεσσαλονίκη, τη νύμφη του Βορρά), βρέχει ασταμάτητα… μα ασταμάτητα όμως… και μέσα σ’αυτή τη βροχή, τα νεύρα σπάνε, (λάθος μεγάλο αδελφέ, η υγρασία κάνει καλό στο δέρμα, το τσιτώνει – τύφλα να ‘χουν οι ενυδατικές by the way) και κάποιοι ή κάποια ή κάποιος το πάνε το πράγμα λίγο παραπέρα κι αρχίζουν οι φόνοι.
Κι όχι φόνοι ό,τι νάναι που περνάνε απαρατήρητοι… φόνοι πρώτης γραμμής που αφορούν πιτσιρίκια και δεν γίνεται κι ο πιο ψύχραιμος, ο πιο sang-froid, o πιο ψυχρόαιμος δηλαδή, θα πάθει ένα ταράκουλο βρε παιδί μου… γιατί δεν είναι ένας φόνος, είναι μια σειρά φόνων, μιλάμε πλέον για έναν κλασικό serial killer (που είσαι Hollywood)!!!
Και τσουπ! Νάτος τώρα ο αστυνόμος Σκιαδάς να ψάχνει να βρει λύση στο αίνιγμα… και νάτον από εδώ ανακρίσεις και νάτον από κει άλλες ανακρίσεις…
Και μαζί με τις ανακρίσεις, να και τα κρυμμένα μυστικά που κρύβει η κάθε οικογένεια και να τα απωθημένα που έχουν μείνει απωθημένα και να…
Ε! δεν θα σας τα πω και όλα…
My opinion?
Πολύ γαμάτη ιδέα… ενδιαφέρουσα ιστορία… Βέβαια δεν το λες κλασικό αστυνομικό ούτε φυσικά κλασικό ψυχογράφημα ούτε κλασικό κοινωνιολογικό… Λίγο απ’όλα… Μια ερζάτς κατάσταση που δεν είναι απαραιτήτως κακή…
Μου κράτησε καλή συντροφιά αν και με στεναχώρεσε ως γονιό… Τι νομίζετε τα σκορόφιδα δεν αυξανόμαστε και δεν πληθυνόμαστε; Και αυγά κάνουμε και κομπλεξαρισμένα σκοροφιδάκια μεγαλώνουμε, απ'όλα... Με μπούκωσε σε κάποια σημεία…
Και το τέλος καλό… αλλά θα ήθελα λίγο παραπάνω τους μονολόγους του/της δολοφόνου… λίγο περισσότερη εμβάθυνση στον ψυχισμό του/της…
Κι επειδή πρέπει να βάλω μια βαθμολογία και δεν ξέρω τι… είμαι κάπου ανάμεσα στο 7 και στο 8, ας βάλω λοιπόν το ενδιάμεσο
Βαθμολογία λοιπόν: 7,5

219 ΗΜΕΡΕΣ ΒΡΟΧΗΣ
Αφροδίτη Βακάλη
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2014
Σελίδες 452

Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Η Εξομολόγηση - Σπύρος Πετρουλάκης








Σε κάποιες κρίσεις αυτογνωσίας, αναρωτιέμαι πόσο φαρμακόγλωσσο και πικρόχολο μπορεί να γίνω… Χωρίς φόβο και πάθος λοιπόν, εξομολογούμαι ενώπιον Θεού και ανθρώπων, ενώπιον συγγραφέων και αναγνωστών, πως ναι μπορώ να γίνω τόσο φαρμακόγλωσσο που αν δαγκώσω την ίδια μου τη γλώσσα, θα αποδημήσω εις Κύριον…
Κι επειδή μ’αυτά που διάβασα, κατήντησα χειρότερος κι από καταραμένος όφις, δεν δύναμαι, δεν γίνεται να το κρατήσω όλο αυτό το δηλητήριο μέσα μου, θα το ρίξω εκεί που πρέπει…

 (μετά την Εξομολόγηση)

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ ΚΑΙ ΤΟ ΚΡΙΜΑ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ ΣΑΣ. ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΟ SPOILER. ΑΝ ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΔΕΝ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΜΑΘΕΤΕ ΤΟ STORY ΜΗΝ ΠΡΟΧΩΡΗΣΕΤΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ!!!

Πώς φτιάχνει κανείς το απόλυτο best seller;  
Με πολύ πόνο, με πολύ αίμα, με πολύ σπέρμα και ακόμα μεγαλύτερο μαρτύριο… Του ήρωα και του αναγνώστη φυσικά. Ο συγγραφέας, ό,τι μπορούσε να κατεβάσει η  κούτρα του ανθρώπου σε βασανιστήριο (τα σκορόφιδα δεν είμαστε τόσο ‘προχώ’) το έχει βάλει μέσα. Τι θέλεις κυρά μου; Θανάτους; Πάρε πέντε – έξι να χεις να χαίρεσαι! Βιασμούς; Πάρε καμιά δεκαριά! Αιμομιξία; Πάρε κι από δαύτην! Παιδεραστία; Τζάμπα είναι, πάρε κι απ’αυτή! Κακιά μητριά; Πάρε κι από τούτη! Δολοφονίες; Απ’όλα έχει ο μπαξές (και με ζώα που κατασπαράσσουν το θύμα τους, και με γυαλί και με κρεμάλα και με ολίγον τσεκούρι, με ό,τι θέλει ο πελάτης). Χαμένα, αρπαγμένα και σκοτωμένα παιδιά; Λείπει ο Μάρτης από την εξομολόγηση;;; Καμένα αιδοία; (εάν δεν γνωρίζετε τη λέξη, μπείτε στον Μπαμπινιώτη). Εδώ να δεις πρωτοπορία! Έμεινε τίποτα άλλο; Καλέ, δεν θα βάλεις μια κτηνοβασία; Πάρε λοιπόν και μια βαρβάτη κτηνοβασία…
Βέβαια ως ζώον (ασχέτως αν είμαι ζώον χαμέρπον και χαμηλοβλέπον), μετά από την αλήστου μνήμης λογοτεχνική φράση: «Καθάρισε με τα δάχτυλα το υγρό του πέος και στη συνέχεια τα έφερε στη μύτη του και τα μύρισε με έκσταση. Κατόπιν τα έβαλε στο στόμα του, τα πιπίλισε και συνέχισε να χαϊδεύεται μόνος του», ξέρασα τα ποντίκια που είχα φάει κι αποφάσισα να μείνω ανέραστο δια παντός. Να επισημάνω πως αυτή η θεία ερωτική έκστασις προήλθε έπειτα από μοναδικό ερωτικό πάθος του Παναγή με τη… (χάσατε! Όχι τη γυναίκα του) την κατσίκα του. Άντε μπορεί να σας κοροϊδεύω και δεν το θέλω. Μπορεί να ήταν και η προβατίνα του.
Ομολογώ πως δεν είμαι φίδι τόσο μαζοχιστικόν. Θα το είχα παρατήσει το βιβλίο από τις 20 πρώτες σελίδες που διάβαζα τα διάφορα κι έχασα και τα λιγοστά μυαλά (μαλλιά ως γνωστόν τα φίδια δεν έχουν) που είχα. Όμως μια διαστροφή στο να μάθω τι άρεσε σε όλο αυτό τον κόσμο που πλέκει διθυράμβους για τον βίο της καλόγριας Μαρκέλας κι όχι για τον «Βίο του Ματίας Αλμοσίνο», με ανάγκασε να το διαβάσω μέχρι τελευταίας ρανίδος του αίματος μου.
Οι αναχρονισμοί και οι ιστορικές ανακρίβειες, είναι πανταχού παρούσες. Αν δεν κατέχετε ιστορία, αφήστε γι’άλλους το σπορ. Οι ελληνικές οικογένειες της Πόλης και μάλιστα, εκείνες που προέρχονταν από τους βυζαντινούς Κομνηνούς, δεν άλλαζαν τη χριστιανική θρησκεία για να γίνουν μουσουλμάνοι και να διατηρήσουν τα προνόμια τους. Το 1928 – 1929, όταν οι σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας ήταν στα τάρταρα, κι αφού λίγα χρόνια πριν είχε προηγηθεί η ανταλλαγή πληθυσμών, ήταν σχεδόν αδύνατη η διακίνηση προσώπων (και δη ανήλικων μόνων τους για να πάνε να παντρευτούν σ’ένα χωριό της Ηπείρου). Ξέρετε πάντα χρειάζονταν χαρτιά και διαβατήρια, και τότε ήταν ακόμα πιο δύσκολα τα πράγματα μια και δεν υπήρχε  και η Συνθήκη Σέγκεν.
Στις πρώτες σελίδες, η οικογένεια Αντάνογλου ήταν χριστιανοί που έγιναν μουσουλμάνοι αλλά παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί (σαν το κρυφό σχολειό ένα πράγμα), η Ελένη ήταν μουσουλμάνα αλλά είχε χριστιανικό όνομα, ο Τούρκος αστυνόμος την αρπάζει από τη χριστιανή νταντά της γιατί είναι μουσουλμάνα, αλλά φεύγει άνετα στην Ελλάδα γιατί είναι χριστιανή και κάνει και χριστιανικό γάμο ενώ είναι βαφτισμένη μουσουλμάνα… δεν ξέρω εγώ εδώ κάπου το ‘χασα και παρέδωσα το πνεύμα… Έτσι κι αλλιώς όλα παιδιά του ίδιου Θεού είμαστε…
Και πάμε στα κλισέ! Τα απίστευτα ρατσιστικά κλισέ που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν σ’ένα βιβλίο του 21ου αιώνα (ποιου αιώνα είπαμε;;;)
-        Φυσικά η μητριά είναι κακάσχημη, χοντρή με πρησμένα πόδια, γαμψά νύχια, μεγάλη κρεατοελιά με τρίχες και αναπνοή που ζέχνει (το λεξιλόγιο είναι του συγγραφέα)
-        Φυσικά ο Τούρκος αστυνομικός είναι άξεστος και βίαιος που χτυπάει τόσο δυνατά τη δεκαπεντάχρονη Άννα που της σπάει το σαγόνι για μια ζωή, επειδή άκουσον! Άκουσον! η Άννα φιλοξένησε το βράδυ της κηδείας των γονιών της Ελένης, τα δύο ορφανά και δεν επιτρεπόταν η χριστιανή να κοιμίσει στο σπίτι της παιδιά μουσουλμάνου. Έλεος δηλαδή! Κατ’αρχήν, μόνο που θα τον έβλεπε η Άννα τον κακό αστυνομικό, θα τα ‘κανε επάνω της και θα τα έδινε πίσω τα παιδιά, δεν χρειαζόταν να της σπάσει και το σαγόνι
-        Φυσικά οι τσιγγάνες είναι κλέφτρες και απατεώνισσες
-        Φυσικά όλοι οι άνθρωποι των ορεινών χωριών είναι άξεστοι, βλέπουν δεκατριάχρονη και θέλουν να την ‘ξεσκίσουν’ και φυσικά κανείς δεν μιλάει
-        Φυσικά όλες οι γυναίκες που τις παράτησε ο αρραβωνιαστικός ή που ατίμασαν την οικογένεια κι έμειναν έγκυες κλείνονται στο μοναστήρι (τις κουρεύουν κιόλας;)
Ακόμα και οι καλοί της ιστορίας είναι τόσο ηλίθιοι που καταντούν πιο κακοί από τους κακούς. Είναι δυνατόν ο παπάς, ο παπάς τονίζω, που εκείνη την εποχή ήταν η ανώτατη εξουσία στο ορεινό χωριό, να μην εναντιώνεται στο γάμο της δεκατριάχρονης με τον Παναγή κι όταν μαθαίνει τα όσα τραβάει η μικρή, να της λέει κάνε υπομονή;
Αν συνεχίσω να γράφω, θα γράψω ολόκληρο βιβλίο και δεν είναι αυτή η πρόθεσις μου, μια άποψη ήθελα να πω μόνο. Ας πω και τα δύο θετικά του βιβλίου. Γιατί όπως λέει κι η επιστήμη της ψυχολογίας πρέπει να βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο.
  1. Μου άρεσε που ο συγγραφέας έβγαλε τα φίδια από τις τρύπες μας και μας έκανε φίρμες στο πανελλήνιο, χρησιμοποιώντας κατά κόρον φράσεις του τύπου ‘διχαλωτή γλώσσα’, ‘σύριξε σαν φίδι’, ‘ήταν περίτεχνα σκαλισμένο ένα φίδι που έτρωγε την ουρά του’, ‘μόνο με το κοίταγμα της οχιάς’. Τον ευχαριστώ λοιπόν εκ μέρους όλων των φιδιών.
  2. Αυτό που πραγματικά μου άρεσε (με κάθε ειλικρίνεια) ήταν η χρήση της κρητικής διαλέκτου από τον Μανούσο. Για μένα ο πιο ενδιαφέρων και ισορροπημένος χαρακτήρας του βιβλίου και τα μοναδικά κομμάτια που διάβασα με αληθινό ενδιαφέρον. Α! ρε Κρήτη λεβεντογέννα!
Τώρα πρέπει να βάλω κι ένα βαθμό… 
Στο σχολείο μας είχαν μάθει πως υπήρχαν και αρνητικοί αριθμοί, κάτω του μηδενός. 
Επειδή όμως είμαι και φίδι ψυχοπονιάρικον ένα 2/10 (για το Μανούσο ρε γαμώτο!)

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Σπύρος Πετρουλάκης
Εκδόσεις Μίνωας, 2015
Σελίδες 480

Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Ο ξένος στο χώμα - Γουίλιαμ Φώκνερ



Σκορόφιδον, ερπετόν, είδος εδώδιμο και όχι αποικιακόν. Τουτέστιν, για μια ακόμη φορά, αντιλήφθηκα πως οι ευρωπαίοι συγγραφείς είναι πιο πολύ για τα γούστα μου, παρά οι συγγραφείς, οι προερχόμενοι από την άλλη όχθη του Ατλαντικού και δη οι Αμερικάνοι. Δεν πάει να είναι νομπελίστες, τσελίστες, μπασίστες και ότι άλλο τελειώνει σε –ίστες.
Ο Φώκνερ, από τους περισσότερους γνώστες τους είδους (αυτούς που πηγαίνουν βόλτα με την κουλτούρα αγκαλιά), θεωρείται ένας από τους κορυφαίους Αμερικάνους λογοτέχνες (για να μην πω ο κορυφαίος). Άκρως ‘προχώ’ για την εποχή του, με μια ιδιαίτερη συμπάθεια στα αντιρατσιστικά θέματα, ταρακούνησε τα νερά της εποχής του.
«Ο ξένος στο χώμα» δημοσιεύθηκε το 1948, ένα χρόνο πριν από τη βράβευση του συγγραφέα με το Νόμπελ λογοτεχνίας και αποτελεί το δυναμικό come back του Φώκνερ μετά από μια σειρά βιβλίων που δεν λατρεύτηκε ούτε από κριτικούς ούτε από αναγνώστες. Στη γνωστή φανταστική κομητεία της Γιοκνατάουφα, ο μαύρος Λούκας Μποσάν κατηγορείται για το φόνο του λευκού Βίνσον Γκάουρι. Ένας μαύρος διαφορετικός από τους υπόλοιπους που επιμένει να ζει και να συμπεριφέρεται σαν λευκός στον αμερικάνικο Νότο όπου οι αντιθέσεις λευκών – μαύρων καλά κρατούν. Κι ενώ το λιντσάρισμα θεωρείται όχι απλώς σίγουρον, αλλά και πρέπον, από τη μεγάλη πλειοψηφία των λευκών κατοίκων, δυο έφηβοι (ένας λευκός κι ένας μαύρος) και μια γριά ξεχασμένων Μαΐων, δεν μασούν τίποτα και μέσα στη μαύρη νύχτα, αποφασίζουν να ξεθάψουν το δολοφονημένο για ν’αποδείξουν πως δεν σκοτώθηκε από το βόλι του Λούκας. Και ω! του θαύματος, βρίσκονται μπροστά σε ένα πτώμα μεν, άγνωστο δε. Και λογικά, αρχίζει η αγωνία, το μυστήριο, ‘τι γυρεύει αυτό το πτώμα στον τάφο αλλουνού;’, ‘πού είναι το πτώμα το αρχικό;’, ‘ποιος εν τέλει σκότωσε το Βίνσον;’…
Το βιβλίο όμως δεν προχωράει γοργά, όπως θα έπρεπε να ‘πορπατάει’ ένα βιβλίο αστυνομικό αγωνίας ή μυστηρίου… Οι προτάσεις του Φώκνερ είναι ατελείωτες… Ξεκινάει και απορώ αν ξέρει και ο ίδιος που θα σταματήσει. Τις περισσότερες φορές ασύνδετες, πηδάει από το ένα στο άλλο δίχως ένα αναφορικό, δίχως ένα σημείο στίξης. Και μπορεί για τους μυημένους, αυτό να θεωρείται δείγμα μοντερνισμού και νεωτερικότητας στη γραφή, προσωπικά όμως πρόταση 3 πυκνογραμμένων σελίδων που δεν σταματάει πουθενά και περιέχει και 14 διαφορετικά μηνύματα, με συγχωρείτε αλλά ‘ευχαριστώ, δεν θα πάρω’. Θα κάνω και μια ρηξικέλευθη σκέψη… Ο συγγραφέας ως γνωστόν υπέφερε από αλκοολισμό, οπότε δεν μου κάνει διόλου εντύπωση όταν το κεφάλι του γύριζε από το πιοτό κι έβλεπε τον κόσμο αλλιώς, να γύριζε και η έμπνευση του και να πήγαινε Νέα Υόρκη – Ουάσιγκτον μέσω Τιμπουκτού. Αυτό φυσικά που πρέπει να ομολογήσω, είναι πως σε μια απέλπιδα προσπάθειά μου για να μη χαθώ, διάβασα το κείμενο φωναχτά, τότε όλα τα νοήματα ήταν πολύ πιο ευκολονόητα και η ‘ποίηση’ και η τονικότητα της γραφής πολύ έντονη. Και ξαφνικά, μου ήρθε η θεία επιφώτησις: «βρε τελικά μήπως ο Φώκνερ δεν τα έγραφε αλλά τα υπαγόρευε;;;» Γιατί αν τα υπαγόρευε μια χαρά νόημα βγάζουν όλα… Έλα όμως, που δεν μπορείς να διαβάσεις ολόκληρο βιβλίο φωναχτά…
Το βρήκα λοιπόν αργό και κουραστικό… αφάνταστα κουραστικό σε βαθμό ημικρανίας… Σαφώς και υπάρχουν κομμάτια καλά, το χάσμα λευκών – μαύρων ορατό (αν και για μένα ακόμα και αυτό το θέμα αγγίζεται επιδερμικά), μια κοινωνία σε αποσύνθεση, οικογένειες σε ακόμα μεγαλύτερη αποσύνθεση, ένα τέλος απροσδόκητο [αλλά μάλλον σε κάποιο σημείο, έχασα το λόγο γιατί ήταν αυτός ο δολοφόνος, αλλά λυπάμαι δεν είχα το θάρρος (τελικά δεν είμαι και τόσο θαρραλέο φίδι) να γυρίσω ξανά πίσω και να διαβάσω ξανά και ξανά τα ίδια κομμάτια]… Την επόμενη ίσως φορά που θα έχω πιο έντονες μαζοχιστικές τάσεις…
Είπαμε δεν βαθμολογώ Νομπελίστες, αλλά από πότε κρατάω εγώ το λόγο μου;;;
6/10 για τον πονοκέφαλο που μου προσέφερε…
Υ.Γ. Είπα να σας βάλω μια πρόταση να γνωρίσετε κι εσείς τη γραφή του Φώκνερ για όσους δεν τη γνωρίζετε, αλλά σας λυπήθηκα. Κρίμα να σας ρίξω κατ’ευθείαν στα σκληρά!!! Για να λέω και την αλήθεια, σκέφτηκα και την αφεντομουτσουνάρα μου… Για να αντιγράψω μια πρόταση, τρεις ώρες θα με πάρει… αγκύλωση θα πάθουν τα δαχτυλάκια μου…

Ο ΞΕΝΟΣ ΣΤΟ ΧΩΜΑ
Γουίλιαμ Φώκνερ
Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2014
Σελίδες 272

Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Ο λύκος της στέπας - Έρμαν Έσσε


Ήρθαν παραπροχθές επίσκεψη τα σκιούρια στο σκοροφιδοφωλιά μου κι έφεραν και το «κατιτίς» τους. «Κάτι για να τσιμπήσεις», μου είπαν. Ως γνήσιο αδηφάγο σκορόφιδον, άνοιξα το πακέτο κι από μέσα μύριζαν ολόφρεσκα 3 βιβλία του Έσσε (που παρεπιπτόντως η μία έκδοση τον ‘έδινε’ αλύπητα. Χέρμαν Χέσσε… Ευτυχώς που δεν ήταν Έλληνας γιατί πως θα έκανε καριέρα με τέτοιο όνομα στην Ελλάδα;). Δίλημμα μεγάλο με ποιο να ξεκινήσω, δεν το σκέφτηκα και πολύ, ας ξεκινήσω με το master piece του, με το best sellerάκι του, με το καλυτερότερό του ένα πράμα, και να με βουτηγμένο στο «Λύκο της Στέπας».
Ο Χάρυ είναι ένας μεσήλιξ που λατρεύει το διάβασμα και την κλασική μουσική αλλά ταυτόχρονα είναι κι ‘ο λύκος της στέπας’. Μέσα στο ίδιο κορμί, ψυχή και μυαλό, υπάρχουν δύο εντελώς διαφορετικά όντα, ένα ήρεμο ανθρωπάκι κι ένα άγριο θηρίο, που άλλοτε απλώς ανταλλάσσουν ρόλους και άλλοτε κατασπαράσσονται.
Ο Χάρυ έχει πάρει μία σοβαρή απόφαση. Σε κάνα – δυο χρόνια που θα ‘πατήσει’ τα πενήντα, θα την κάνει για αλλού (για το επέκεινα δηλαδή…) με ελαφρά πηδηματάκια, επιλέγοντας την αυτοχειρία (κοινώς αυτοκτονία). Έλα όμως που κάποια στιγμή, πριν από αυτά τα έρμα τα πενήντα, θα γνωρίσει την Ερμίνα, πολύ νεότερη, πολύ ομορφότερη, πολύ πιο μέσα στην αληθινή ζωή. Η Ερμίνα θα πιάσει το Χάρυ από το χέρι, κι απ’το λαιμό αν χρειαστεί, θα του μάθει να χορεύει φοξ τροτ και εν τέλει θα τον μάθει να ζει.
Στο βιβλίο, ο Έσσε, τίποτα δεν φαίνεται να έχει αφήσει στην τύχη. Η επιλογή του γυναικείου ονόματος Ερμίνα, είναι ξεκάθαρα το alter ego του ίδιου του συγγραφέα (Έρμαν – Ερμίνα), δηλώνοντας άμεσα τα χιλιάδες πρόσωπα που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Η ψυχανάλυση, το υποσυνείδητο, τα όνειρα, οι ουσίες, οι εθισμοί, η jazz, το σοβαρό και το μη σοβαρό κυριαρχούν σε όλο το κείμενο.
Με εξέπληξε το γεγονός πως ένα βιβλίο που έχει γραφτεί το 1927 είναι τόσο σύγχρονο, τόσο στο λεξιλόγιο όσο και στη θεματολογία. Θα μου πεις γι’αυτό και είναι και κλασικό, γι’αυτό και ο τύπος πήρε Νόμπελ και όχι το λογοτεχνικό βραβείο του uber Kupferzell (σαν το βραβείο της άνω Ραχούλας ένα πράγμα)… Είναι ένα βιβλίο γεμάτο μουσική, γεμάτο Μότσαρτ και Μπετόβεν (για τους χάι αναγνώστες), γεμάτο jazz (για τους λούμπεν αναγνώστες)… ένα βιβλίο σουρεάλ ώρες – ώρες, ιδίως στο τέλος όπου ο Χάρυ απ’ότι φαίνεται είναι ‘τίγκα στα σκληρά’.
Εν ολίγοις, ένα βιβλίο σαφώς όχι εύκολο (τουλάχιστον για μένα). Κάποια σημεία μου έφευγαν αργά, ήθελα να τα καταλάβω, γυρνούσα πίσω ξανά και ξανά. Επιμένω πως είναι βιβλίο όχι για να ξεσκάσεις και να περάσεις ωραία, είναι ένα μυθιστόρημα – δοκίμιον, και ολίγον φιλοσοφία και ολίγον ψυχολογία και ολίγον αυτογνωσία… Γι’αυτό χρειάζεται καθαρό μυαλό για να ρουφήξεις τα νοήματά του…
Αντιλαμβάνομαι πως ήρθε η ώρα της βαθμολογίας. Πώς να βαθμολογήσω εγώ ένα ταπεινό σκορόφιδον ολόκληρο νομπελίστα; Οπότε κατατάσσω το «Λύκο της στέπας» σ’εκείνα τα βιβλία που τίθενται αυτομάτως εκτός συναγωνισμού. Κάποια στιγμή της ζωής σας, θα πρέπει να του ρίξετε μια ματιά (να είστε όμως ήρεμοι και νηφάλιοι….)

Υ.Γ. Αν πρέπει ωστόσο να διαλέξω ανάμεσα στο «Λύκο της στέπας» και στο «Σιντάρτα», διαλέγω de facto το «Σιντάρτα». Ήταν πιο του στυλ μου, πιο εσωτερικόν, πιο ψυχολογικόν και κατ’εμέ πιο ώριμον. 

Υ.Γ.2 Μπορείτε να διαβάζετε με τη μουσική υπόκρουση το Yearning (jazz κομμάτι του 1925 που αναφέρει ο ίδιος ο Έσσε στο βιβλίο). Θα το βρείτε στο Youtube. Θα σας το έβαζα για να μην πολυψάχνεστε αλλά κάτι περίεργο μου κάνει το μηχάνημα...

Ο ΛΥΚΟΣ ΤΗΣ ΣΤΕΠΑΣ
Έρμαν Έσσε
Μετάφραση: Νίκος Μπατσίδης
Εκδόσεις Γράμματα, (ο εκδότης δεν γράφει χρονολογία)
Σελίδες 223


Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Πέρα από τα παλιά ασήμια - Μαίρη Κόντζογλου

«Επανάληψις μήτηρ πάσης μαθήσεως» έλεγαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι και απ’ό,τι φαίνεται η Κόντζογλου λάτρευε τους αρχαίους και φρόντισε να βάλει για καλά τούτο το ρητό στη ζωή της και κατ’επέκταση στα γραπτά της.
Έτσι λοιπόν, έφθασα αισίως να τελειώνω το τρίτο (και τελευταίο όπως καταλαβαίνετε) βιβλίο της τριλογίας «Τα παλιά ασήμια». Αν και υποτίθεται ότι η κριτική αφορά το τελευταίο βιβλίο, ίσως πιάσει και λίγο τα προηγούμενα. Ίσως να είμαι και λίγο άδικο γιατί γενικώς με τις τριλογίες δεν το ‘χω. Να περιμένεις, να περιμένεις, να περιμένεις για να δεις τι έγινε…
Αυτό το ‘περίμενε’ λοιπόν, εκμεταλλεύτηκε η Κόντζογλου κι έτσι σου λέει «αυτοί δεν θα θυμούνται ντιπ για ντιπ από τα προηγούμενα» κι άρχισε να γεμίζει σελίδες και σελίδες (ίσαμε και εκατό) από τα προηγούμενα. Τι είχε γίνει τότε, τι είχε αισθανθεί τότε, και ξανά μανά η Σεβαστή, ο Έλμερ, ο Ιορδάνης και τα άλλα καλά παιδιά. Πώς γίνεται ένα ωραίο story και μια ωραία γραφή να τα ρημάζεις από τις πολλές επαναλήψεις; Όχι άλλη επανάληψη!!! Κατά το όχι άλλο κάρβουνο!!!
Το story στο τελευταίο βιβλίο δεν προσφέρει και πολλές συγκινήσεις γιατί λίγο πολύ σε όλα τα βιβλία με «χαμένες πατρίδες», το ίδιο βιώνουμε. Η πλούσια αρχοντοπούλα, ο έρωτας και η καταστροφή. Τι κι αν δεν είναι η Σμύρνη ή ο Πόντος και το background είναι Καππαδοκία; Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.
Ας μην είμαι όμως μόνο φαρμακόγλωσσο. Η συγγραφέας ξέρει να γράφει. Έχει λυρική γραφή, σωστή χρήση της ελληνικής και μικρά σημεία χιούμορ που ξεπηδάνε από δω κι από κει. Αφού το κατέχει λοιπόν το αντικείμενο κι αφού φαίνεται πως έχει κάνει και την έρευνα της τόσο στην ιστορία όσο και στην Καππαδοκία, τι την ήθελε την τριλογία; Όλα αυτά τα γεγονότα, θα μπορούσαν να μπουν σε ένα μεγάλο ζουμερό  βιβλίο που να μην μπορείς λεπτό ν’ανασάνεις κι όχι να γυρίζεις σελίδες και να λες «το ‘παμε αυτό, το ‘παμε αυτό, πάμε παρακάτω».
Δυνατή η ιστορία του χθες, αδύνατη η ιστορία του σήμερα (το σήμερα και με 50 σελίδες σύνολο, μια χαρά θα ήτανε). Αρκετά έως πολύ καλό το ψυχολογικό υπόβαθρο των ηρώων. Εμπεδώσαμε τον μοναδικό έρωτα της Σεβαστής και του Έλμερ, θα μπορούσαν να κοπούν πολλές σελίδες από αυτόν και να δοθούν περισσότερες στην Ελισσώ και τον εγκλεισμό της στο μοναστήρι.
Αγαπημένοι μου ήρωες, όχι οι πρωτοκλασάτοι. Καλά πάντα με τα λούμπεν ήμουν μια ζωή. Αγαπημένη η Ελισσώ (ήθελα κι άλλη Ελισσώ στο μοναστήρι ή στο μετά), λατρεμένος ο Ομέρ, ο Έλληνας Μουσουλμάνος από το Τσοτύλι που αναγκάζεται κι αυτός ν’αφήσει πίσω του μια αλησμόνητη πατρίδα.
Κι επειδή δεν μ’αρέσει να γράφω και σεντόνια, ήρθε επιτέλους η ώρα της βαθμολογίας
Πέρα από τα παλιά ασήμια: 6/10
Εάν βαθμολογούσα το σύνολο της τριλογίας: 8/10
Υ.Γ. Εάν είστε από τους τύπους που δεν έχετε βγάλει αναφυλακτικό σοκ από τα βιβλία που αναφέρονται στις χαμένες πατρίδες, αντί να επιλέξετε από το σωρό που κυκλοφορούν, ξεκινήστε με τη συγκεκριμένη τριλογία... Είναι μια καλή αρχή για να 'βουτήξετε' στην εμμονή των Ελλήνων συγγραφέων

Υ.Γ. Ενημερωτικά (γιατί άλλη κριτική μην περιμένετε για τα προηγούμενα) τα δύο προηγούμενα βιβλία της τριλογίας είναι: α) Τα παλιά ασήμια και β) Μια προσευχή για τα παλιά ασήμια

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΑΣΗΜΙΑ
Μαίρη Κόντζογλου
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2015
Σελίδες 688




Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Τα φώτα - Έλενορ Κάτον



Είδα βραβείο Booker 2013 και μπήκα… Τι στο καλό, είπα;;; Διεθνές βραβείο, διεθνείς περγαμηνές, όλο και κάτι θα ξέρουν οι κύριοι… Μία το βραβείο, μία και το οπισθόφυλλο που παρομοίαζε την αφήγηση με τον Μπόρχες, το Ναμπόκοφ και τα κλασικά βικτωριανά μυθιστορήματα, μου άλλαξαν τα φώτα…
Η υπόθεσις εκτυλίσσεται στη Νέα Ζηλανδία, κατά τον 19ο αιώνα, την εποχή του πυρετού του χρυσού, όπου η Νέα Ζηλανδία ήτο ακόμη αγγλική αποικία και τόπος όπου έβρισκαν καταφύγιο κάθε είδους τυχοδιώκτες ή αποβράσματα της κοινωνίας. Ένα βράδυ που ‘βρεχε, φτάνει στη Χοακιτίκα (new town της New Zealand), ο Γουόλτερ Μούντι για να κυνηγήσει, τι άλλο;;; την τύχη του… Θέλει να ζεσταθεί το κοκαλάκι του, κατεβαίνει για ένα ποτάκι στο ‘μπαράκι’ του ξενοδοχείου, εκεί όμως είναι μαζεμένοι 12 εντελώς αταίριαστοι και ενδεχομένως άγνωστοι τύποι, που έχουν συνάξει ‘μυστικό συμβούλιο’ γιατί έχουν βρεθεί άθελά τους (ή μήπως όχι;) μπλεγμένοι σε μια περίεργη υπόθεση όπου κυριαρχούν ένας θάνατος, μία εξαφάνιση, μία πόρνη, ένας κακός με την απαραίτητη ουλή στο μάγουλο, πολύ όπιο και ακόμα περισσότερο χρυσάφι…
Το βιβλίο θα το χαρακτήριζα ως ‘βιβλίο – κρεμμύδι’ ή για όσους δεν λατρεύουν την αψάδα και τη γεύση του κρεμμυδιού, ως ‘βιβλίο – μαρούλι’… Τουτέστιν, πως η υπόθεση και οι χαρακτήρες ξεδιπλώνονται αργά – αργά και ο αναγνώστης μόλις τρώει την πρώτη στρώση, έρχεται μια δεύτερη κι ύστερα μια τρίτη και πάει λέγοντας, βγάζοντας στο φως κάθε φορά νέα στοιχεία...
Το γεγονός ότι το βιβλίο εκτός από ‘κρεμμύδι’ είναι συνάμα και βιβλίο ‘τούβλον’ (900 + σελίδες με κάτι γράμματα που δεν ενδείκνυνται για τους πρεσβύωπες δεν το λες και μικρό ανάγνωσμα), επιτάσσει από τον επίδοξο αναγνώστη να είναι ένας ‘αναγνώστης γάιδαρος’… Και μην πάει το μυαλό σας στο κακό… Με τον όρο ‘αναγνώστη γάιδαρο’ εννοώ, ο αναγνώστης να διακρίνεται από την αρετή της ιώβειας υπομονής. Κι επειδή ως γνωστόν, είμαι ιοβόλο και ουχί ιωβόλο σκορόφιδον, σε κάποια σημεία βρήκα, ότι η υπόθεσις περπατούσε υπερβολικά αργά… Too slowly like σαλιγκάρι, άντε και χελώνα!!!
Η γραφή της συγγραφέως μου άρεσε… Το περιβάλλον όπου εκτυλίσσεται το βιβλίο, είχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κατά τη γνώμη μου θα μπορούσαν να το κάνουν ένα αριστούργημα: πυρετός του χρυσού, καλούς και κακούς, πόρνες, όπιο και λάβδανο, απάτες και προδοσίες, δολοφονίες, ίντριγκες, Κινέζους (παντού υπάρχει ένας Κινέζος), πολιτική, ξώγαμα και οικογενειακά δράματα… Και κατά ένα περίεργο τρόπο, η συγγραφεύς τα ενώνει αρκετά καλά μεταξύ τους… Προσωπικά δεν μπερδεύτηκα καθόλου ούτε από την υπερπληθώρα των προσώπων ούτε από το σούρτα – φέρτα στο χωροχρόνο…
Όμως, πουθενά στο βιβλίο, δεν μου βγήκε συναίσθημα… Και τι είναι ένα λογοτεχνικό βιβλίο (και ουχί επιστημονικό εγχειρίδιο) αν δεν σου βγάζει λίγο συναίσθημα;;; (ένα δάκρυ, ένα κύμα χαράς, ένα ψυχοπλάκωμα, ένα κάτι βρε αδερφέ μου…)
Κι ενώ το βιβλίο ξεκινάει αργά, πολύ αργά, στο τέλος η συγγραφέας ρίχνει ένα ‘κατοστάρι’ και δεν μπορείς με τίποτα να χωνέψεις αυτά που σου σερβίρει. Το τέλος, με άφησε πλήρως ανικανοποίητο, με μία απορία του τύπου «και τώρα τελείωσε;;;» Κατ’εμέ, άφησε πολλά ερωτήματα αναπάντητα και προφανώς δεν υπάρχει sequel για να τα απαντήσει…
Μέσα σ’όλο τούτο τον χαμό, να επισημάνω πως σε κάθε κεφάλαιο και υποκεφάλαιο, υπάρχουν διάφορες αστρονομικές και αστρολογικές ενδείξεις του τύπου «ο Άρης κυβερνήτης στο Σκορπιό», «ο Ήλιος και η Σελήνη μπάρα μπούρα…). Ειλικρινά, δεν κατάλαβα τη σύνδεσή τους με το κείμενο… μάλλον το iq μου είναι iq σκοροφιδιού και όχι iq αναγνώστη ενός βιβλίου booker…
Σίγουρα δεν θα χάσετε αν το διαβάσετε αλλά δεν θα κερδίσετε και κάτι ιδιαίτερο…
Ένα 6,5/10 μια χαρά είναι….

ΤΑ ΦΩΤΑ
Έλενορ Κάτον
Εκδόσεις Polaris, 2015
Σελίδες 997 (τούβλον είπαμε...)

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Γιατί μου κατσικώθηκες; - Στρατής Λημνιός





Διαβάζω ένα βιβλίον "τούβλο" αυτή την στιγμή... ένα "τούβλο" που θέλει και κόπο και χρόνο... Γιορτινές μέρες γαρ, πολλά φίδια, σαύρες, καρακάξες και άλλα τινά ερπετά και πτηνά πέρασαν από τη σκοροφιδοφωλιά μου, έφεραν και το "κατιτί" τους. Ξώφαλτση  ήρθε και η καβουρίνα (η γνωστή ντε, αυτή που 'χε πάει τσάρκα με τον σπάρο στην Αθήνα) και μου έφερε τούτη τη νουβέλα με τον ευφάνταστο τίτλο "Γιατί μου κατσικώθηκες;"
"Εγώ μωρή γιατί σου κατσικώθηκα;", μου 'ρθε να της  πω "ή εσύ  που 'ρθες απρόσκλητη στη φωλιά μου και το μόνο που έφερες ήταν ένα δείγμα βιβλίου 98 σελίδων;;;" Ας όψονται οι καλοί μου τρόποι, κιχ δεν έβγαλα, την κέρασα κι ένα φοντάν, και πριν πέσω για ύπνο, είπα να κάνω ένα μίνι διάλειμμα από το "τούβλο", για να δω και τι κρυφό μήνυμα ήθελε να μου περάσει η μανδάμ... Λες να της αρέσω και  να μην το έχω αντιληφθεί;;;
Τελικώς, εκπλήξεις στα βιβλία υπάρχουν πολλές... Βιβλία που κάνεις μήνες για να συνέλθεις από το νταβουρτζά που σου ήρθε κατακέφαλα και βιβλία - εκπλήξεις, εκπλήξεις...
Τούτη η νουβέλα ανήκει στη δεύτερη  κατηγορία... Τέρμα ο πρόλογος... ας μιλήσουμε και ολίγον σοβαρά...
Επιτέλους!!! Ένα ωραίο βιβλίο!!! Ένα βιβλίο που το απόλαυσα, που το διάβασα απνευστί, που ήταν ωραία γραμμένο, που απολάμβανες τη γλώσσα, που… που… που…
Είδατε που δεν είμαι μόνο γκρινιάρικο, κακό και στρίγγλικο; Είδατε που όταν κάτι μου αρέσει το διατυμπανίζω;;; Όχι γιατί κάποιοι φαρμακόγλωσσοι θα έλεγαν πως δεν έχω καλή κουβέντα για κανέναν…
Το βιβλίο είναι μικρό… νουβέλα… Τα κεφάλαια μικρά, στακάτα, περιεκτικά… Ο λόγος καθημερινός… αλλά ο ωραίος καθημερινός λόγος… με το πλούσιο λεξιλόγιο… με το τούτο του και με το άλλο του...
Υπόθεσις: Ο Ορέστης βρίσκεται στη φυλακή κατηγορούμενος για τη δολοφονία του φίλου κι εραστή του… (το σύμφωνο συμβίωσης δεν είχε ακόμα ψηφιστεί). Από το γραφείο του ανακριτή περνάνε διάφοροι φίλοι και γνωστοί για να τον υπερασπιστούν… ή μήπως για να τον κατηγορήσουν;;; Αν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς, ένα πράγμα. Είναι τελικά ο Ορέστης αθώος ή ένοχος;;;
Πολλές κρυμμένες αλήθειες… ένα κομμάτι της κοινωνίας κοντά μας και μακριά μας…
Ω! δεν ξέρω πια τι να πω… Είμαι τόσο ασυνήθιστο στην καλή κουβέντα, που δεν ξέρω πώς να την βγάλω από μέσα του…
Γι’αυτό φτάνει μία μονάχα λέξη:
Βαθμολογία: Άριστα 10/10


ΓΙΑΤΙ ΜΟΥ ΚΑΤΣΙΚΩΘΗΚΕΣ;
Στρατής Λημνιός
Εκδόσεις Ηρόδοτος, 2015
Σελίδες 98