Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

Η καρδερίνα - Donna Tartt


Μ’άρεσε, δεν μ’άρεσε, μ’άρεσε, δεν μ’άρεσε… ακόμα ν’αποφασίσω… Είχε κομμάτια που τα λάτρεψα κι έλεγα να μην τελειώσει κι είχε κομμάτια που ‘χα πεθάνει από τη βαρεμάρα κι άφηνα το βιβλίο να λιάζεται κάτω από τον παγωμένο ήλιο του Δεκέμβρη…
Η Donna Tartt επιστρέφει μετά από 11 χρόνια με το νέο της μυθιστόρημα… Λίαν χορταστικό, τόσο που μπορεί να σου πέσει και βαρύ στο στομάχι, κοντά στις 1.000 σελίδες. Οι κριτικοί το χαρακτήρισαν ‘βιβλίο ενηλικίωσης’, εγώ πάλι έχω τις ενστάσεις μου γιατί δεν θεωρώ ‘βιβλία ενηλικίωσης’ τα μυθιστορήματα που έχουν κεντρικό ήρωα ένα παιδί που απλώς περνάει από την εφηβεία και μετά τον συναντάμε κι ενήλικα. Βιβλία ενηλικίωσης (κατ’εμέ πάντα) είναι τα βιβλία όπου ο μικρός ήρως, υποχρεώνεται να μεγαλώσει με όλη τη σημασία της λέξης, να ωριμάσει δηλαδή, μέσα από διάφορες δύσκολες καταστάσεις αφού έχει περάσει όλα τα δεινά της μοίρας του. Όμως εδώ ο Θίο Ντέκερ, περνάει τα χίλια κακά της μοίρας του αλλά δεν ωριμάζει...
Ο Θίο μένει άξαφνα ορφανός από μητέρα μετά από μία τρομακτική έκρηξη στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Βγαίνοντας από τα συντρίμμια θα ‘πάρει’ μαζί του την «Καρδερίνα», ένα master piece του Ολλανδού ζωγράφου Φαμπρίτσιους που θα το κουβαλάει σε όλη του τη ζωή ως κόρη οφθαλμού. Στο πεδίο της έκρηξης θα γνωρίσει λίγο πριν πει το τελευταίο «πάτερ ημών» κι έναν ηλικιωμένο έμπορο έργων τέχνης που θα τον εφοδιάσει με ένα δαχτυλίδι. Θα μείνει για λίγο καιρό με την οικογένεια του Άντι, του καλύτερου του φίλου, μέχρι που θα εμφανιστεί ο εξαφανισμένος πατέρας του μαζί με τη φιλενάδα του και θα τον πάρει στο Λας Βέγκας… όμως κι ο πατέρας θα αποδημήσει άξαφνα εις Κύριον και λοιπά και  λοιπά… Και φυσικά στο Λας Βέγκας, γνωρίζει τον Μπόρις, έναν άλλον έφηβο – παρία που ανακαλύπτουν μαζί τη ζωή και τα πάσης φύσεως ναρκωτικά.
Στα δικά μας τώρα…
Στην αρχή, το βιβλίο ήταν απίστευτα δυνατό, δεν ήθελα να το αφήσω… όλα αυτά τα κομμάτια περί τέχνης, περί έκρηξης, τα περί μετά της έκρηξης, το πώς αισθανόταν ο Θίο χωρίς τη μητέρα του, οι άνθρωποι που τον αγαπούσαν, η οικογένεια Μπάρμπορ… μια χαρά…
Κι έπειτα έρχεται το Λας Βέγκας κι ήταν σαν να ήταν άλλο βιβλίο… Πολλές, υπερβολικά πολλές σελίδες για να βλέπουμε τον Θίο και τον Μπόρις να δοκιμάζουν ό,τι ναρκωτικό έβρισκαν στο δρόμο τους, αλλά εντάξει δεν είχαν γίνει ‘τζάνκι’ και καλά…
Και μετά ο θάνατος του πατέρα του Θίο, η άτακτη φυγή του Θίο για να μην πέσει στα χέρια της πρόνοιας κι ο γλυκός Χόμπι, ο αγαπημένος μου ήρωας, εκείνος ο καλοσυνάτος γίγαντας που τον περιμαζεύει και τον συντρέχει και τον εκπαιδεύει και… και… και… και είναι πάντα εκεί και που θα ήθελα πολύ να έχω κι εγώ έναν τέτοιο ήρωα στη ζωή μου…
Δεν έχω να πω τίποτα για τη γραφή τη Tartt, το ‘χει η γυναίκα, ταίριαζε στο στυλ μου, λάτρεψα κι όλες αυτές τις συνεχείς αναφορές σε έργα τέχνης και σε μεθόδους συντήρησης επίπλων (είμαι και σε κάποια ηλικία και είμαι υπέρ των συντηρήσεων παλαιών ειδών παντός τύπου)… Όμως βρήκα τους ήρωες χάρτινους, χωρίς βάθος και ουσία… ιδίως οι περιφερειακοί ήρωες, που σε ένα τόσο μεγάλο βιβλίο λογικά θα έπρεπε να πάρουν μία μεγαλύτερη υπόσταση, δεν σκιαγραφούνται, δεν… δεν… δεν… δεν αγγίζουν βρε παιδί μου…
Ειλικρινά δεν μπόρεσα να καταλάβω την τόση εμμονή με τα ναρκωτικά… υποτίθεται ότι ο Θίο και ο Μπόρις είναι μαστουρωμένοι όλη την ώρα, με ό,τι βρίσκουν μπροστά τους, με ό,τι καταπίνεται και ό,τι σνιφάρεται αλλά μετά από τόσα χρόνια, κανείς δεν έχει καταλάβει τίποτα, οι δυο τους λειτουργούν μια χαρά, δεν έχουν συμπτώματα… ή εγώ είμαι βαθιά νυχτωμένο περί των ναρκωτικών και τα junkie τα οποία μένουν πέριξ της φωλιάς μου είναι άλλου παπά ευαγγέλιο ή η Tartt κάπου τα μπέρδεψε τα πράγματα…
Εν ολίγοις, ωραία γραφή, κομμάτια που λάτρεψα και κομμάτια που σκυλοβαρέθηκα, στην υπόθεση λίγο απ’όλα ένας αχταρμάς και τέχνη και μετατραυματικό στρες και ναρκωτικά και πλατωνικός έρωτας και γκαγκστερικές συμμορίες και καλοί και κακοί και πλούσια κοινωνία και λούμπεν τύποι… απ’όλα έχει ο μπαχτσές, δεν μπορεί σε κάτι θα τον πιάσουμε τον δύσμοιρο τον αναγνώστη…
Το δε τέλος… που ξαφνικά η συγγραφέας αποφάσισε ό,τι φιλοσοφικό δεν μας είπε σε 900+ σελίδες, να μας κάνει φιλοσοφικό κήρυγμα δια στόματος Μπόρις, εντάξει… σηκώνω τα χέρια ψηλά…
Τόσες σελίδες κι ένα τέλος μισερό…
Δεν μετάνιωσα που το διάβασα αλλά δεν σημάδεψε και τον αναγνωστικό μου βίο…
Θεωρώ πως η δουλειά της μεταφράστριας αξίζει τα εύσημα…
Ένα 7/10 νομίζω ότι είναι ό,τι πιο δίκαιο μπορώ να βάλω…

Η ΚΑΡΔΕΡΙΝΑ
Donna Tartt               
Μετάφραση: Χριστιάννα Σακελλαροπούλου
Εκδόσεις Λιβάνη, 2014

Σελίδες 989

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Μη μου λες αντίο - Αναστασία Καλλιοντζή



Οδηγίες προς επίδοξους αναγνώστες, πριν ξεκινήσετε το βιβλίο:
Κάθεστε αναπαυτικά στον καναπέ, περιχύνεστε μ’ένα chanel, ένα j’adore, ένα κατιτίς βρε παιδί μου, πατάτε πέντε έξι φορές φσφσφς το airwick, βάζετε και το μανταλάκι στη μύτη και ξεκινάτε… Το βιβλίο μυρίζει… κι όταν λέω μυρίζει… εννοώ μυρίζει… δεν ξέρω τι χαρτί χρησιμοποίησαν εκεί στον εκδοτικό αλλά όσοι έχουν μια ευαισθησία στη μύτη, είναι αδύνατον να μην λιποθυμήσουν από την άσχημη μυρωδιά…
Ήθελα κάτι αλαφρύ και χαλαρωτικό κι εν γνώσει μου, διάλεξα το συγκεκριμένο μια και ήξερα πως είναι μια ιστορία έρωτα και πάθους, είχε κάνει και τηλεοπτική επιτυχία (αν και τη σειρά δεν την είχα δει οπότε δεν ήξερα τι έπαιζε…) Το στόρυ, μια φοιτήτρια Νομικής στην Κομοτηνή εξ Αθηνών ορμώμενη, από απλή μάγκικη οικογένεια της Αργυρούπολης, με γκόμενο τον πιο περιζήτητο εργένη (και νέος, και όμορφος, και πλούσιος, και μορφωμένος, και φοιτητής Ιατρικής, και να κόβει φλέβες για πάρτη της, και shampoo και conditioner…), ζει τη φοιτητική έξαλλη ζωή της μεταξύ πτωχευτικού δικαίου και μπαρότσαρκας, μέχρι που την χτυπάει κατακούτελα ο αληθινός έρως κι όχι ο ‘σαλάμι αέρος’, κι ο νέος έρως επίσης τα έχει όλα (και κούκλος, και μορφωμένος, και καψούρης και…), εντάξει έχει ένα θεματάκι είναι μουσουλμάνος αλλά εκείνος δεν το λέει, εκείνη δεν το ξέρει… και… ε και!!!
Δεν με ενόχλησε το στόρυ, αν και ήταν γεμάτο από κλισέ (ο πλούσιος γκόμενος, η κακιά νεόπλουτη πεθερά, η φτωχή πλην τίμια κορασίδα, ο καθηγητής που θέλει να απαυτώσει τη φοιτήτρια του…), με ενόχλησε ωστόσο η γραφή… Ήταν μια άκρως σεναριακή γραφή και γι’αυτό φαντάζομαι ο σεναριογράφος δεν πρέπει να είχε και πολύ δουλειά να κάνει… ήταν σαν να το διηγείται όλα αυτά (κι ας ήταν τριτοπρόσωπη η γραφή), ένα κορίτσι 20-22 χρόνων… Κάποιες λέξεις που επαναλαμβάνονταν κατά κόρο, εντάξει… εκείνο «το λοιπόν» και «το λοιπόν» και «το λοιπόν», έλεος! Να μην μιλήσω για τη συνεχή χρήση του ρήματος «ντερλικώνω» σε όλα τα πρόσωπα… Κι ερώτηση κρίσεως: δεν έχω ιδέα τι θα πει η φράση «τον αποθαρρό μας»… Πρώτη φορά στη ζωή μου την άκουγα…
Εν ολίγοις…
Αν ήμουν φοιτήτρια (τότε ίσως να μου άρεσε)
Αν σπούδαζα στη Νομική (τότε ίσως να μου άρεσε)
Αν ήμουν φοιτητής στην Κομοτηνή (τότε ίσως να μου άρεσε)
Αν ήμουν εκεί στα είκοσι (τότε ίσως να μου άρεσε)
Αν περίμενα ακόμα τον πρίγκηπα του παραμυθιού (τότε ίσως να μου άρεσε)
Αν ήταν από τα πρώτα βιβλία που διάβαζα στη ζωή μου (τότε ίσως να μου άρεσε)
Όμως επειδή, απέχω παρασσάγγας από όλα τα παραπάνω, μάλλον δεν μου άρεσε…
Ωστόσο μπορώ να καταλάβω γιατί μπορεί να αρέσει σε ένα νέο κορίτσι (μάγκικη γλώσσα, πάθος απύθμενο, γκόμενοι κούκλοι, φοιτητική ζωή, γρήγορη εξέλιξη…)
Να πω και κάτι ακόμα γιατί αν βγάλω γλώσσα, γλώσσα δεν βάζω μέσα μου…
Επειδή από τη στιγμή που το κορίτσι μας, η Χριστίνα, τα μπλέκει με το Μουράτ, και συνέχεια μας λέει «και τι κακό έχει η αγάπη;» «και γιατί δεν μας αφήνουν ήσυχους να χαρούμε τον έρωτα μας» και άλλα τέτοια ωραία, μάλλον κακομαθημένο κορίτσι μου, δεν κατάλαβες πως κανείς δεν σε κυνήγησε για την αγάπη σου, απλώς δεν μπορείς να φλομώνεις όλον τον κόσμο στο ψέμα… να σκοτώνεται ο πατέρας σου (που τον λατρεύεις) και την ίδια στιγμή να πηγαίνεις να βγάζεις τα μάτια σου…
5/10

ΜΗ ΜΟΥ ΛΕΣ ΑΝΤΙΟ
Αναστασία Καλλιοντζή
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2016
Σελίδες 728



Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Το νέο όνομα - Έλενα Φερράντε

Δεύτερο μέρος της τετραλογίας της Νάπολης κι εδώ συναντάμε όλα τα καλά παιδιά που γνωρίσαμε και στο πρώτο μέρος «Η καλύτερη μου φίλη»… η Λενού, η Λίλα, ο Στέφανο, ο Ρίνο κλπ,κλπ… Κάποιοι παίζουν πλέον σημαντικότερο ρόλο, κάποιοι πηγαίνουν στα παρασκήνια… Σ’αυτό το βιβλίο, πρωταγωνίστριες εννοείται πως είναι πάλι τα δυο κορίτσια, τώρα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει, η Λίνα είναι μια αξιοσέβαστη παντρεμένη γυναίκα ετών 16 ενώ η Λενού συνεχίζει το σχολείο… Το βιβλίο πιάνει τις ηλικίες από 16 έως άντε πες 23…
Η ιστορία πραγματικά συνεχίζει από εκεί που είχε μείνει, χωρίς επαναλήψεις και κόντρα επαναλήψεις που συνήθως συναντάμε στις τριλογίες, τετραλογίες, πενταλογίες και πάει λέγοντας και τούτο ομολογώ πως μου άρεσε…. Εάν αγαπήσατε το πρώτο βιβλίο, θα αγαπήσετε κι αυτό… αν δεν μαγευτήκατε από το πρώτο βιβλίο, μην περιμένετε ούτε εδώ να βρείτε τη μαγεία…
Ομολογώ πως αυτό το βιβλίο μου άρεσε περισσότερο. Οι χαρακτήρες είχαν βρει πλέον τον βηματισμό τους κι εγώ ήξερα που πατούσαν… έρωτες, προδοσίες, ανησυχίες, κόντρες κι έξτρα κόντρες, αντιζηλίες και μια ναπολιτάνικη νότα φτώχειας και ασυδοσίας που σ’αυτό το βιβλίο μου φάνηκε πολύ περισσότερο από το πρώτο…
Με κούρασε ολίγον το σκηνικό στην Ίσκια, το νησάκι των διακοπών, θεώρησα πως οι σελίδες παρατράβηξαν σαν ένα από αυτά τα ατελείωτα παιδικά καλοκαίρια που μας βαρούσε ο ήλιος κατακέφαλα, οι μάνες μας μας έβαζαν με το ζόρι να κοιμηθούμε τα μεσημέρια, ώσπου στο τέλος μπάνιο, παιχνίδια και ξεκούραση δεν μας έλεγαν τίποτα…
Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω, τι είναι αυτό που με τραβάει σ’αυτή την τετραλογία… δεν είναι αμάν το λογοτεχνικό κείμενο, δεν είναι αμάν η ιστορία (δεν υπάρχει τούτο το σασπένς – αμάν τι θα γίνει στην επόμενη σελίδα – ο δολοφόνος ήταν ο μπάτλερ…), δεν είναι αμάν οι φιλοσοφικοί στοχασμοί… είναι μάλλον η αίσθηση πως διαβάζεις ή ζεις από κοντά την ιστορία μιας φίλης, μιας γνωστής ή ακόμα και τη δική σου ιστορία και βυθίζεσαι αποχαυνωμένος σ’αυτήν… (τι είπα πάλι ο ποιητής…)
Εντάξει, τώρα εδώ που φτάσαμε, θα διαβάσω το τρίτο και το τέταρτο, δόξα να ‘χει ο Γιαραμπί…
Βαθμολογία: 8/10

ΤΟ ΝΕΟ ΟΝΟΜΑ
Έλενα Φερράντε
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Πατάκη, 2016
Σελίδες 581

Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Οι άνεμοι του χρόνου - Ελένη Τσαμαδού


Ένα καραγκαγκάν ιστορικό μυθιστόρημα όπου εξελίσσεται σ’εκείνη τη σκοτεινή περίοδο του Βυζαντίου και μάλιστα όταν το Βυζάντιο πνέει τα λοίσθια, την Παλαιοντολόγεια εποχή…
Παρακολουθούμε τη ζωή της Αγνής, Ανέζας, Χάνας (σαν τον Μπάμπη τον σουγιά τόσα ονόματα μαζεμένα), «μούλας» κόρης του άρχοντα Κεντυρίονα Ζαχαρία, πρώτα στην Αρκαδιά, έπειτα στη Γλαρέντζα, μετά στην Μπαρμπαριά, μετά στο Μυστρά και πάει λέγοντας μέχρι να βρεθεί στην Πόλη όταν η Πόλη πέφτει. Δίπλα της διάφοροι και πάμπολλοι μάλιστα ήρωες, άλλοι ιστορικά πρόσωπα άλλοι πρόσωπα της μυθοπλασίας, που την αγαπούν, την στέργουν, την μορφώνουν αλλά και την κακοποιούν, την προδίδουν, την εγκαταλείπουν. Απ’όλα έχει ο μπαξές.
Η  μαγκιά όμως της Τσαμαδού είναι πως έγραψε ένα μυθιστόρημα για μια δύσκολη και σκοτεινή εποχή και κατάφερε να μας  βάλει στο κλίμα. Κι ενώ συμβαίνουν τα πάνδεινα στην ηρωίδα (όχι άλλο κάρβουνο Θε Μου), είναι έτσι δοσμένα που δεν σε ενοχλεί καθόλου. Ναι ήταν δύσκολες εποχές, να έτσι συνέβαιναν τα πράγματα.
Καλογραμμένο, με γλώσσα στρωτή, με μπόλικη άγνωστη ιστορία… και μια ελάχιστη πινελιά μεταφυσικού, έτσι για το καλό…
Όσοι αγαπούν το ιστορικό μυθιστόρημα, πιστεύω πως θα το λατρέψουν… Έτσι κι αλλιώς, δεν έχουμε και πολλά σύγχρονα ελληνικά μυθιστορήματα για Βυζάντιο…
Κι επειδή είναι αδύνατον να αποφύγω το ‘τσιμπιματάκι’ μου, προς το τέλος τα ιστορικά ήταν too much. Ήταν θα μου πεις και τα γεγονότα που το σήκωναν αλλά μαζί με την Πόλη «εάλω και το σκορόφιδον».
Ένα 8.8/10

Υ.Γ. Αν λατρεύω τα βιβλία είναι γιατί λατρεύω να μαθαίνω… Υπήρχε λέει δασμός το «κομμέρκιον» για τα εμπορικά πλοία… Και τσουπ! Μου’ρχεται στο νου το λατινογενές commerce!!!

ΟΙ ΑΝΕΜΟΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Ελένη Τσαμαδού
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016

Σελίδες 678

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2016

Η μυστική γραφή - Σεμπάστιαν Μπαρνς


Ένα από τα πολλά απωθημένα που έχω είναι να πάω στην Ιρλανδία… να πιω τις Guiness μου, να τραγουδήσω ιρλανδέζικα τραγούδια (λέμε τώρα…), να ξημεροβραδιαστώ στα bars… από την άλλη βέβαια, δεν έχω ιδέα του τι εστί Ιρλανδία, πέρα από το γεγονός πως έχει μια πρωτεύουσα που τη λένε Δουβλίνο (κατά το έχω μια αδελφή τη λένε Βόρειο Ήπειρο την αγαπώ πολύ…) κι ότι υπάρχει και μια οργάνωση εκεί (δεν παίρνω όρκο πως είναι και τα καλύτερα παιδιά) ο ΙΡΑ…
Η παντελής άγνοια μου περί ιρλανδικής ιστορίας και κοινωνίας, με δυσκόλεψε να παρακολουθήσω όπως θα ήθελα το βιβλίο… Υπάρχουν συνεχείς αναφορείς, όχι εκτενείς, μικρές διάσπαρτες προτάσεις, εδώθε και κείθε, περί της ιρλανδικής ιστορίας… και για έναν Ιρλανδό μπορεί να είναι τι κάνει νιαου νιαου στα κεραμίδα για ένα σκορόφιδον όμως ελληνικής καταγωγής, υπάρχει ένα θεματάκι… δεν μπορούσα να αντιληφθώ το connotation των λέξεων ‘πολιτοφύλακας’, ‘πρεσβυτεριανή’, ‘κυανοχίτωνας’ και άλλα τέτοια ωραία… ας μην συζητούμε για τα ονόματα των ιρλανδών πολιτικών (το απόλυτο χάος στο μυαλό μου…)
Η υπόθεση θεωρητικά είναι απλή… Μια αιωνόβια τρόφιμος ψυχιατρείου, η Ροσίν που έχει περάσει τη μισή της ζωή στο ψυχιατρείο… Ένας ψυχίατρος λίγο πριν βγει στη σύνταξη… κι ένα κτίριο – ψυχιατρείο που πρέπει να γκρεμιστεί και να μεταφερθούν οι ασθενείς σε νέο κτίριο. Με αφορμή αυτό το γεγονός, ο γιατρός ξαναβλέπει τους φακέλους όλων των ασθενών και η συγκεκριμένη περίπτωση τον τραβάει σαν μαγνήτης… ξεδιπλώνεται όλη η ζωή της Ροσίν στα μάτια μας από δύο οπτικές γωνίες (της Ροσίν και του γιατρού…)
Τα θέματα που εξετάζει ο Μπάρυ είναι πολλά και τα αγγίζει με δεξιοτεχνία χειρουργού. Είναι όμως θέματα στενάχωρα, μελαγχολικά, ψυχοπλακωτικά… Διάβαζα και ήθελα να σταματήσω, όμως όλο και κάτι με ωθούσε να πάω παρακάτω… Πέρα από την πολιτική, ο εμφύλιος σπαραγμός, τα ήθη μιας  μακρινής εποχής, ο θρησκευτικός ρατσισμός, ο εξοβελισμός από το κοινωνικό σύνολο, οι συνθήκες στο ψυχιατρείο, η ψυχανάλυση, το πένθος αλλά και κάποιες στιγμές βαθιές ανθρώπινες…
Με μελαγχόλησε το βιβλίο… με θύμωσε… όμως οκ είναι λογοτεχνία…
Βαθμολογία
8/10

Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ
Σεμπάστιαν Μπάρυ
Μετάφραση: Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2009

Σελίδες327

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Γκιακ - Δημοσθένης Παπαμάρκος


Με το διήγημα γενικώς δεν το ‘χω… Δεν μου αρέσουν οι μικρές φόρμες… Εγώ είμαι XL τύπος σε όλα μου (μήκος, πλάτος, βάρος, καψούρα…) Τα δίνω όλα ρε παιδί μου… Τι να σου κάνει η μικρή φόρμα;;; Μόλις πας να λιγουρευτείς, το ψητό έχει ήδη τελειώσει… Τώρα θα μου πεις, γιατί το μπούκωμα καλύτερο είναι;;; Τέλος πάντων, δεν το ‘χω με τα ‘μικρά’ και δεν θέλω εξυπνάδες ‘τα ακριβά αρώματα μπαίνουν σε μικρά μπουκάλια’ γιατί θα σας ανταπαντήσω πως ‘το μέγεθος μετράει…’
«Γκιακ», το αίμα… ο φόρος αίματος… Μ’αυτό τον αρβανίτικο τίτλο, υπογράφει τη συλλογή διηγημάτων του ο Δημοσθένης Παπαμάρκος… 9 διηγήματα συνολικά… ή 8 διηγήματα κι ένα δημώδες άσμα για να είμαστε ακριβοδίκαιοι…
Όλα τα διηγήματα γραμμένα στο πρώτο πρόσωπο, σαν ν’ακούς έναν θειο, ή έναν παππού, ή κάποιον τέλος πάντων στον καφενέ να σου εξιστορεί τα παρελθόντα… Κλείνεις τα μάτια και θωρείς πως είναι εκεί και στ’αφηγείται… Άντρας πάντα ο αφηγητής… Με κάπου στο φόντο μια Μικρασία (όμως στο πολύ φόντο…)
Ο Παπαμάρκος χρησιμοποίησε την αρβανίτικη ντοπιολαλιά (φαντάζομαι πως θα έχει ένα προσωπικό ‘πάρε – δώσε’ μαζί της) με πολύ ωραίο τρόπο… Μου άρεσε ο τρόπος γραφής, ο λυρισμός, οι εικόνες που δημιουργεί και γενικώς το όλον αυτόν λογοτεχνικό εγχείρημα (αν και στο τέλος διάβασα πως είναι συρραφή διηγημάτων που κατά καιρούς είχαν δημοσιευθεί σε άλλα έντυπα…)
Αυτό όμως που δεν κατάφεραν τα περισσότερα διηγήματα να μου δημιουργήσουν ήταν συναίσθημα… δεν ξέρω αν φταίει το μικρό μέγεθος (σε ορισμένα νομίζω πως φταίει αυτό) ή κάτι άλλο… διάβαζα, άκουγα για θανάτους, σκοτωμούς, βιασμούς, λιμούς και καταποντισμούς αλλά τίποτα δεν με άγγιξε (εντάξει… ίσως είμαι και ολίγον χοντρόπετσο…)
Βγάζω το καπέλο μου στην «Παραλογή», ειλικρινά θα έκοβα την ουρά μου, τη γλώσσα μου, (όχι τίποτα άλλο), πως επρόκειτο για αληθινό δημοτικό τραγούδι… Extra πόντους κέρδισαν το «Γυάλινο μάτι» και το «Νόκερ».
Και κλείνω με μια φράση από τον ήρωα του «Νόκερ» που με στοίχειωσε:
«…Κείθε πέρα στην Τουρκιά χίλιες μάνες καταριούνται τα’όνομά μ’, ας είσ’είναι κι εδώ μία, έτσ’της είπα κι έφκα».
8/10 (εκεί το ‘χω ταμένο)

ΓΚΙΑΚ
Δημοσθένης Παπαμάρκος
Εκδόσεις Αντίποδες, 2014
Σελίδες 125

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων - Jean Michel Guenassia


Επειδή είμαι στα downs μου τον τελευταίο καιρό κι επειδή δεν θέλω να πέσω πάλι σε βιβλία do-it-yourself-psychology, είδα τίτλο με «αθεράπευτα αισιόδοξους» και μπήκα… Τι στο καλό;;;
Βέβαια, τελικά αποδείχθηκε, πως το βιβλίο είναι βιβλίο που μιλάει για την προδοσία… Προδοσία σε όλες  της τις μορφές, προδοσία ερωτική, προδοσία φιλική, προδοσία ιδεολογική, η προδοσία, της προδοσίας, ω προδοσία! Kι έτσι ο τίτλος ήταν άκρως προδοτικός γιατί πουθενά δεν είδα κανέναν αθεράπευτα αισιόδοξον…
Η υπόθεσις διαδραματίζεται κατά κύριο λόγο στο Παρίσι της δεκαετίας του 1960… Βασικός ήρως ένας μικρός ήρως, ο Μισέλ, 12 ετών, ο οποίος συχνάζει σ’ένα καφέ – λέσχη όπου συχνάζουν εκπατρισμένοι από τις χώρες του ανατολικού μπλοκ. Όλοι τους φυγάδες, λατρεύουν το σκάκι και προσπαθούν να ζήσουν στη νέα τους πατρίδα, αφήνοντας πίσω τα παλιά. Από την άλλη ο μικρός Μισέλ, ο οποίος αν και τούβλο στα μαθηματικά (γι’αυτό και τον λάτρεψα), λατρεύει τα βιβλία, είναι άσος στο ‘ποδοσφαιράκι’, έχει να αντιμετωπίσει τα οικογενειακά του προβλήματα και τα προβλήματα που του επωμίζει ο μεγαλύτερος του αδελφός ο Φρανκ… Στο φόντο οι ‘πιε-νουάρ’, οι Γάλλοι της Αλγερίας και ο πόλεμος Γαλλίας – Αλγερίας για την ανεξαρτησία της δεύτερης…
Ο συγγραφέας καταπιάνεται με θέματα πολλά και διάφορα και ομολογώ με τρόπον επιτυχημένο: οικογενειακές σχέσεις, παιδικά τραύματα, κομμουνισμός, βιβλία και πάλι βιβλία, το πέρασμα στην ενηλικίωση, ολίγον θρησκεία και ανθρώπινες σχέσεις….
Αυτό που μετρά στο βιβλίο δεν είναι η υπόθεση, δεν νομίζω πως εστιάζει στην υπόθεση ο Guenassia… Είναι οι χαρακτήρες των ηρώων, κολλάει πάνω σ’αυτούς, ιστορίες εγκιβωτισμένες και πονεμένες…
Λάτρεψα τη γραφή του συγγραφέα (έχει κερδίσει κι ένα βραβείο Goncourt ο τύπος), έχει και εξωφυλλάκι Bresson…. Όμως… όμως… όμως…
Μου άφησε πολλά κενά και τούτο δεν μπορώ να του το συγχωρήσω εντελώς γι’αυτό και του κόβω και τους ανάλογους βαθμούς: 
  • -        Τι απέγινε ο Φρανκ οέο;
  • -          - Τι απέγινε ο παππούς οέο;
  • -          Τι απέγινε η Σεσίλ οέο;
  • -          Τι απέγινε ο πατέρας οέο;
  • -          Τι απέγινε η Καμίγ οέο; (άντε καλά αυτή να φανταστούμε τι απέγινε…)

Δηλαδή ως αναγνώστης έχω ένα θεματάκι, τι απέγιναν όλοι αυτοί οι ήρωες που αγαπήσαμε και λατρέψαμε και μετά εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας γιατί τους έφαγε η μαρμάγκα…
Κατά τα’άλλα όλα μια χαρά, αλλά πρέπει να πω και πως κάποια στιγμή έχασα λίγο και το μπούσουλα με τα ρωσσικο-ουγγρικα-τσεχοσλοβακικά ονόματα και δεν θυμόμουν ποιος ήταν ποιος…
A! άσχετο αλλά δεν μπορώ να μην το πω…. Παντού υπάρχει ένας Έλληνας… και να κι εδώ ένας κομμουνιστής που διδάσκει αρχαία και λατινικά σε καθολικό σχολείο, ο Γρηγόρης ο Πέτρουλας… Με εξέπληξε επίσης που μέσα στα βιβλία που διαβάζει ο Μισέλ, υπάρχουν και  βιβλία του Καζαντζάκη… Love it!
Μ’αυτά και με τ΄άλλα
8,5/10

Η ΛΕΣΧΗ ΤΩΝ ΑΘΕΡΑΠΕΥΤΑ ΑΙΣΙΟΔΟΞΩΝ
Jean Michel Guenassia
Μετάφραση: Φωτεινή Βλαχοπούλου
Εκδόσεις Πόλις, 2011

Σελίδες 709

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2016

Η φωλιά της οχιάς - Αντρέα Καμιλλέρι


Λοιπόν τούτο το βιβλίο μόνο και μόνο για τον τίτλο του, δικαιούται ένα δεκάρι. Συγγραφέας που βάζει τα φίδια στον τίτλο του (γιατί στο DNA μου κυλάει και κάτι από οχιά), χαίρει της εκτίμησης μου και του το ανταποδίδω.
Είμαι λάτρης του Μονταλμπάνο, του αστυνομικού ήρωα του Καμιλλέρι. Είναι τύπος μεσογειακός, καλοφαγάς, με μοναδικό σπίτι με βεράντα που βλέπει στη θάλασσα, που παρά τα 58 του χρόνια έχει ακόμα αρραβωνιαστικιά και που λύνει τις αστυνομικές του υποθέσεις καταβροχθίζοντας μπαρμπούνια και πετρόψαρα στου Έντσο.
Διαβάζω τα βιβλία του όχι για το αστυνομικό σασπένς, ούτε για το ψυχογράφημα του δολοφόνου αλλά για να ζω τη ζωή του Μονταλμπάνο στη Σικελία.
Στη «φωλιά της οχιάς», το πτώμα ανήκει σ’έναν έκφυλο λογιστή που δεν άφηνε ούτε θηλυκιά γάτα παραπονούμενη και οι πιθανοί δολοφόνοι πολλοί.
Επειδή όμως μου αρέσει να είμαι και ακριβοδίκαιο, η λύση του μυστηρίου στο τέλος μου άφησε ερωτήματα αναπάντητα και μια πικρίλα στο στόμα γιατί όταν καταπιανόμαστε με κάποια θέματα σοβαρά, πρέπει να παραμένουν σοβαρά. Αν ήταν άλλος συγγραφέας με το δολοφόνο που μου πάσαρε, θα τον είχα ξεφωνίσει, αλλά έχουμε και τις αδυναμίες μας… Τόσα τηγανιτά μπαρμπούνια φάγαμε μαζί στου  Έντσο, τόσες σαλάτες με μύδια και χταποδάκι μας φίλεψε η Αντελίνα, τόσο σικελιώτικο κρασί ρουφήξαμε στη βεράντα με θέα τη θάλασσα… του την χαρίζω αυτή τη φορά…
Βαθμολογία: 6/10

Η ΦΩΛΙΑ ΤΗΣ ΟΧΙΑΣ
Αντρέα Καμιλλέρι
Μετάφραση: Φωτεινή Ζερβού
Εκδόσεις Πατάκη, 2016

Σελίδες 308

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2016

Η παιδική ηλικία του Ιησού - J.M. Coetzee

Τόση κουλτούρα πια, δεν αντέχω… είπαμε να κουλτουριαστούμε ρε παιδί μου αλλά ok, μην το κάψουμε κιόλας…
Ο Coetzee (Κούτσι ελληνιστί) είναι Νοτιοαφρικανός νομπελίστας του 2003. Είδα λοιπόν Νόμπελ και μπήκα (βέβαια μετά τη φετινή απονομή, πριν τον Bob Dylan το χάος…)
Κατ’αρχήν ξεκινώ από τον τίτλο, ο οποίος ήταν άκρως παραπλανητικός αφού εγώ όταν το αγόρασα, πίστευα πως θα διάβαζα μια δική του θεώρηση για την παιδική ηλικία του Ιησού… κι ανοίγω το κακόμοιρον σκορόφιδον το βιβλίο και πέφτω σένα δυστοπικό φιλοσοφικό κοινωνικό μυθιστόρημα…
Ένας μεσήλιξ κι ένα πεντάχρονο αγοράκι καταφτάνουν σε μια πόλη, απαλλαγμένοι από το παρελθόν τους… Έχουν σβήσει ή τους έχουν σβήσει ή έχει σβηστεί από μόνη της (κανείς δεν ξέρει) η μνήμη τους και ξεκινάνε μια ζωή από το μηδέν… όλα καινούρια… νέα ταυτότητα, νέα σπίτια, νέες γνωριμίες. Το new age περιβάλλον όμως είναι τελείως αποστειρωμένο, τελείως χωρίς συναίσθημα, too flat και όλοι είναι (να δεις πως το λέει;) τέλος πάντων όλοι έχουν τις καλύτερες δυνατές προθέσεις. Μεσήλιξ και αγόρι μπαίνουν σ’αυτή την κοινωνία, μπαίνουν και δυο τρια πέντε δέκα άλλα άτομα κι είναι μια ιστορία μακάρι να ‘ξερα που θέλει να το πάει.
Όλο αυτό το δυστοπικό και ζοφερό με μελαγχόλησε πάρα πολύ αλλά δεν το παράτησα γιατί είχε κάποιους ενδιαφέροντες φιλοσοφικούς στοχασμούς και ήθελα να ‘δω που θα το πάει ο συγγραφέας. Τελικά ο συγγραφέας το πάει όπου θέλει, δηλαδή αλλού γι’αλλού, γεγονότα συμβαίνουν έτσι απλά για να συμβούν δίχως ειρμό και λογική (το ατύχημα του Σιμόν, ολόκληρες σελίδες επί σελίδων πως δεν θέλουν οι λιμενεργάτες να φέρουν γερανούς στο λιμάνι αλλά μετά αφού βρίσκεται ένας, άντε να τον φέρουμε, άκρως ενδιαφέρουσες φιλοσοφικές αναζητήσεις για την «καρεκλότητα» και την «τραπεζοποίηση», ο πιτσιρικάς που θέλει να κάνει ‘κακά’ του στη μέση της εξοχής και δεν έχει χαρτί υγείας…) Ειλικρινά, δεν κατάλαβα γιατί όλα αυτά…
Σαφώς το ‘χει ο άνθρωπος στη γραφή, δεν λέω… Όμως η γραφή δεν μπορεί να σώσει ένα βιβλίο που δεν ξέρει που πατάει, που δεν αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης για ποιο λόγο το έγραψε ο συγγραφέας, που μένουν τόσα ερωτήματα κενά…
Μα τελικά πώς και γιατί έσβηναν οι μνήμες;;;
Κι ήρθε το τέλος και με αποτελείωσε… και είπα όχι ρε φίλε τόσο κουλτούρα… το ‘καψαμε τελείως… χίλιες φορές ‘δαίμονες’…
Άντε γεια!
Και τους βαθμούς που έπιασε, μόνο και μόνο, επειδή ξέρει να γράφει ο τύπος…
Βαθμολογία: 4/10

Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΗΛΙΚΙΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ
J. M. Coetzee
Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013
Σελίδες 350

Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

Οι δαίμονες δεν έχουν όνομα - Χρυσηίδα Δημουλίδου


Skorofido alert!!! Skorofido alert!!!

Το κείμενο που ακολουθεί είναι τίγκα στα spoiler και κάργα θυμωμένο. Διαβάζεται με δική σας υπευθυνότητα!

Οι «Δαίμονες» υπήρχαν στη βιβλιοθήκη μου εδώ και καιρό, όμως αρνιόμουν σθεναρά να τους πιάσω… όχι γιατί έχω κάνα κόλλημα με τη συγγραφέα (παρά τις κατά καιρούς δηλώσεις της, θαυμάζω το θάρρος της γνώμης της και ως υπέρμαχος του Βολταίρου «διαφωνώ με όσα πρεσβεύεις αλλά θα υπερασπίζομαι μέχρι θανάτου το δικαίωμα σου να τα πρεσβεύεις», καλά κάνει και τα λέει) αλλά δεν χρειάζεται να έχει κανείς IQ Αϊνστάιν για να καταλάβει από το οπισθόφυλλο πως είναι ένα βιβλίο με κύριο θέμα εξαφανίσεις ανήλικων κοριτσιών, θύματα προφανώς σεξουαλικής κακοποίησης κι εγώ δεν ήμουν σε mood να διαβάσω ένα τόσο σκληρό θέμα.
Ο καιρός γαρ εγγύς κι έτσι ήρθε η ώρα του και το έπιασα… Στην αρχή κυλούσε μια χαρά… Όχι κάνας ιδιαίτερος λυρικός λόγος, γραφή απλή, κατανοητή… όλα μια χαρά. Παρουσιάζεται η ζωή σ’ένα χωριό της Βόρειας Ελλάδας, εκεί στα 1970… Πουλάκια τσίου – τσίου, οργιάζουσα φύση, ποτάμι ορμητικό, γυναίκες και άντρες της υπαίθρου, προξενιά, έρωτες, ‘κλεψίματα’, προίκες και φυσικά άφθονο κουτσομπολιό… Υπήρξε ένα απίστευτο γενεαλογικό δέντρο για κάθε βασικό ήρωα αλλά για να είμαι ειλικρινής, εντάξει δεν με χάλασε και ιδιαίτερα… ας πούμε μπήκα στο κλίμα…
Ώσπου κάποια στιγμή γίνεται ο πρώτος πνιγμός… πάει η Δροσιά… και μετά ακολουθεί η εξαφάνιση της Ρίας… κι έπεται η εξαφάνιση της Σταυρούλας… Ηλικίες 12-14… Τρυφερούδια (όπως έλεγε κάποτε κι ένας φίλος μόνο που αυτός αναφερόταν σε εικοσάχρονα…)
Υποτίθεται πως εδώ ξεκινάει το αστυνομικό μυθιστόρημα… Το προσπερνάω γιατί από την αρχή φαίνεται ο εξής ένας ύποπτος… οπότε δεν ψάχνεις για υπόπτους άρα δεν έχεις αστυνομικό μυθιστόρημα… Κάποια στιγμή προς το τέλος του βιβλίου, που η αστυνομία υποψιάζεται άλλον λέω «μπράβο της, αν βάλει αυτόν για δολοφόνο…», όμως τελικά το προφανές παρέμεινε προφανές…
Φτάνοντας στα 2/3 του βιβλίου λέω οκ, ένα ‘βουκολικό δράμα’ διαβάζω… αν και προσωπικώς δεν μου αρέσουν τα ‘βουκολικά’, λέω οκ, όλοι θυμόμαστε τις ρίζες μας, δεν είναι κακό που και που να βλέπεις την ασπρόμαυρη ‘Αστέρω’ με τη Βουγιουκλάκη στην τηλεόραση… έτσι δεν με πείραξε καθόλου όλο αυτό το place στο χωριό και στην εκεί ζωή (όλα μια χαρά τοποθετημένα…)

Μέχρι που αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι της κακοποίησης… και να παρουσιάζεται κι ο φονιάς… κι εγώ αρχίζω και φορτώνω… αργά αλλά σταθερά… διαβάζω… κι όσο διαβάζω τόσο φορτώνω

… εκατό φορές το άφησα κι άλλες τόσες το έπιασα γιατί ήθελα να δω που θα του πάει… Εγώ που αρνούμαι εκ πεποιθήσεως να διαβάσω τη «Λολίτα» του Ναμπόκοφ για το θέμα που διαπραγματεύεται, διάβασα τους «Δαίμονες»…
Και δεν ξέρω αν είμαι σκορόφιδον συντηρητικό και οπισθοδρομικό, αλλά στα θέματα παιδεραστίας είμαι κάθετο… Στο βιβλίο δεν υπήρξε κάθαρση… (και όχι η αυτοχειρία δεν ήταν κάθαρση με τον τρόπο που έγινε)… Στο βιβλίο δεν τιμωρείται ο ένοχος… Δεν είναι δυνατόν να υπάρχουν ελάχιστες σειρές για τα πάνδεινα που τράβηξαν τα κορίτσια, ελάχιστες φράσεις για το πόσο άσχημα ένιωσαν (η μία μάλιστα το ευχαριστιόταν κιόλας… ποιο το δεκατετράχρονο;) και να δικαιολογείται ο παιδεραστής…
 Είναι δυνατόν να παρουσιάζεται ως ασθενής; Μια απλή ψυχική ασθένεια; Όπως η μανιοκατάθλιψη και η διπολική διαταραχή; Είμαστε με τα καλά μας; Και πώς δεν χρειάζεται φυλάκιση αλλά μόνο ψυχοθεραπεία;;; Πώς ένας από τους λόγους της παιδεραστίας είναι και τα πολλά ανδρογόνα;;; Δηλαδή όποιον άντρα βλέπουμε τίγκα στην τετοστερόνη πρέπει να τον φοβόμαστε για τα κορίτσια μας; Κι ό,τι δεν έφταιγε εκείνος, ήταν η ασθένειά του, ήταν πάνω από τις δυνάμεις του;;; Τι λέει μωρέ ο καημένος!!! Μήπως πρέπει και να ταΐσουμε τον δαίμονα του με έφηβες Αθηναίες όπως έκαναν στην αρχαιότητα οι Αθηναίοι με τον Μινώταυρο;
Κι αυτός ο Θανάσης… Τόσο καλός φίλος; Τόσο άνθρωπος του Θεού; Τόσο Βούδας; Τόσο υπεράνω; Συγχωρεί; Συγχωρεί ποιον; Μάλλον ο τύπος δεν αντιλήφθηκε τι τράβηξε το κοριτσάκι του για να δίνει άφεση αμαρτιών… Μήπως πρέπει να τον δει κι αυτόν ένας γιατρός;;;
Είμαι έξω φρενών, δεν μπορώ να εκφέρω μια ήρεμη γνώμη… Το θέμα είναι τόσο σοβαρό, που ναι θα ήθελα να το δω στη λογοτεχνία… με σεβασμό στα θύματα… με εστίαση στον τρόμο που αισθάνθηκαν… με χειρουργική ακρίβεια στα αίτια που οδήγησαν εκεί το δράστη (και όχι με δυο σελίδες επειδή η μάνα του η Μπιλιώ ήταν καταπιεστική και χειραγωγική – με αυτή τη λογική όλοι οι Έλληνες με τις ανάλογες μανάδες που έχουν, εν δυνάμει παιδεραστές θα ήταν…) και με τιμωρία στο δράστη… να αισθανθώ τουλάχιστον στο τέλος ως αναγνώστης την πολυπόθητη κάθαρση…
Λυπάμαι… αλλά είμαι τόσο θυμωμένο που αρνούμαι να βαθμολογήσω…
Υ.Γ. Και κάτι άσχετο αλλά επειδή μου χτύπησε στο μάτι… Δεν λέμε «μουσουλμανικό τζαμί». Λέμε σκέτο τζαμί. Γιατί υπάρχει εβραϊκό τζαμί, χριστιανικό τζαμί και δεν το ήξερα;
Υ.Γ. 2 Το 1992, στην Ελλάδα δεν υπήρχαν μόνο παγωτά βανίλια και σοκολάτα… Είχαν έρθει και στα μέρη μας τα παγωτά με ξηρούς καρπούς
Υ.Γ. 3 Δεν υπήρχε πιο άκυρο πρόσωπο από την Κίρστεν… Εμ σε σώζει ο άλλος, εμ τον βρίζεις…
Υ.Γ. 4 Οι ναζιστικές ιδέες δεν κληρονομούνται μέσω DNA…  Έλεος!!!
Υ.Γ. 5 Σαφώς πιο καλογραμμένο από «Το κελάρι της ντροπής», ωστόσο γιατί εγώ το βρήκα ως μία επανάληψη, άντε διασκευή του ίδιου θέματος;

ΟΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΟΝΟΜΑ
Χρυσηίδα Δημουλίδου
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2016

Σελίδες 616

Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016

Πέδρο Πάραμο - Χουάν Ρούλφο


Εντάξει δεν είμαι γκουρού της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, αλλά έχω διαβάσει αρκετούς εκπροσώπους της κι ομολογώ πως όλος αυτός ο σουρεαλισμός τους, μου πάει σαν ιδιοσυγκρασία. Νεκροί και ζωντανοί, φαντάσματα, ψυχές και άνθρωποι που διατηρούν ακόμα τη σάρκα και τα οστά τους μιλούν και ζουν όλοι μαζί σαν να μην συμβαίνει τίποτα, σαν ο θάνατος να είναι μια απλή πόρτα που μπαινοβγαίνεις όποτε σου κάνει κέφι. Δεν με προβληματίζει καθόλου αυτό, thats ok, μια χαρά μου κολλάει.
Το «Πέδρο Πάραμο» είναι το μοναδικό μυθιστόρημα του Μεξικανού Χουάν Ρούλφο και όλοι οι λατινοαμερικάνοι, Μάρκες, Φουέντες και ποιος ξέρει ποιος άλλος, υποκλίνονται μπροστά του. Να μαστε λοιπόν…
Υπόθεσις; Τι υπόθεσις;
«Ήρθα στην Κομάλα γιατί μου είπαν πως εδώ ζούσε ο πατέρας μου, κάποιος Πέδρο Πάραμο. Μου το ‘πε η μητέρα μου. Κι εγώ της υποσχέθηκα πως θα ερχόμουν να τον βρω μόλις θα πέθαινε».
Έτσι λοιπόν, ένας γιος μετά το θάνατο της μάνας του, πάει να βρει τον πατέρα του που τους είχε παρατήσει. Φτάνει στο χωριό κι ο πατέρας είναι νεκρός, η γυναίκα του είναι νεκρή, ο νόμιμος γιος του είναι νεκρός, τα πάμπολλα ξώγαμά του είναι νεκρά, να μην το κουράζουμε πολύ, όλο το χωριό είναι νεκρό. Ένα χωριό στο οποίο ζούνε μόνο αμαρτωλές ψυχές (αφού δεν κατάφεραν να πάνε ούτε καν στην Κόλαση).
Ναι… ο λόγος είναι λογοτεχνικός… όμως, εγώ το μόνο χαρακτηρισμό που μπορώ να δώσω είναι ΧΑΟΤΙΚΟ. Το απόλυτο χάος. Άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν, ονόματα κι άλλα ονόματα κι άλλα ονόματα, από το ένα θέμα στο άλλο, τη μια εδώ τη μια εκεί την άλλη παραπέρα, ανάθεμα κι αν κατάλαβα ποιος ήταν ποιος και ποιος ήταν ο άλλος.
Σύγχρονη «Τηλεμαχειάδα», η δύναμη της εξουσίας, η επανάσταση, το καλό και το κακό, η αμαρτία, ο έρωτας και ο θάνατος… ο θάνατος… ένα βιβλίο γεμάτο θάνατο και νεκρούς…
Ωραία όλα αυτά, αλλά χρειάστηκε να έχω δίπλα μου αναλύσεις, επίμετρα κι επιφυλλίδες για να τα καταλάβω κι αν είναι να έχω δίπλα μου τόμους αναλύσεων για να διαβάσω ένα ρημαδοβιβλίο σαν να πρόκειται να κάνω ντοκτορά στο τι στο καλό κάπνισε ο Ρούλφο πριν γράψει το ‘Πέδρο Πάραμο’, άστο γι’άλλη φορά…
Im sorry Mr Marquez, Im sorry dear Fuentes αλλά εγώ δεν κατάλαβα τίποτα απ’όλα αυτά τα μεγάλα νοήματα που βρήκατε μέσα σε τούτο το βιβλίο… Ναι ο τύπος, έχει μια ωραία γραφή, μερικές ωραίες προτάσεις που τις λάτρεψα αλλά δεν μπόρεσα να τον παρακολουθήσω…
Τι να πω;;; Είμαι ένα σκορόφιδο με IQ ραδικιού…
6/10

ΠΕΔΡΟ ΠΑΡΑΜΟ
Χουάν Ρούλφο
Μετάφραση: Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη, 2005

Σελίδες 260

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Η μεγάλη Χίμαιρα - Μ. Καραγάτσης

Το λοιπόν Καραγάτσης… Μ. Καραγάτσης… Λογοτεχνικόν ψευδώνυμον… και το Μ. αγνώστου προελεύσεως… οι κριτικοί κατά την προσφιλή τους τακτική περί ταμπελών, υπέθεσαν προς το Μ. προέρχεται από το ρώσικο όνομα Μίτια, αποτέλεσμα της αγάπης του συγγραφέα προς τον Ντοστογιέφσκι. Ο ίδιος βέβαια ποτέ δεν ομολόγησε κάτι τέτοιο… Κάλλιστα θα μπορούσε να είναι Μήτσος, Μανώλης, Μίμης κλπ, κλπ.
Πάμε παρακάτω… Το κακό με τους Έλληνες ‘κλασικούς’ είναι πως τους διδασκόμαστε αποσπασματικά στο σχολείο κι έτσι έχεις την αίσθηση πως τους έχεις διαβάσει… Αποσπάσματα λοιπόν Καραγάτση και ποτέ ένα ολοκληρωμένο έργο του… Ξεκίνησα λοιπόν με τη «Μεγάλη Χίμαιρα» γιατί μου άρεσε ο τίτλος (sic).
Κατ’αρχήν , λάτρεψα το μέγεθος του βιβλίου… Μικρό και βολικό… Ένα «πόκετ» υψηλής αισθητικής… Πάμε τώρα και στα λογοτεχνικά…
Η γλώσσα του Καραγάτση είναι ποίηση… (καλά δεν περιμένατε εμένα να σας το πω…) Λυρική, λυρική, λυρική. Κι ενώ βγάζω φλύκταινες με φράσεις του στυλ: «Το άσπρο των τοίχων μεταλλάζει σε μαβί απαλό και περιπλέκεται με τους ιδιόχρωμους κυματισμούς της εσπερινής ατμόσφαιρας, σε τρόπο που η μικρή πολιτεία γίνεται σαν διάφανη, σαν αντικαθρέφτισμα οράματος μακρινού στην ύλη του αέρα – σαν εκτοπλασματική μορφολόγηση της ύλης του αέρα, εξωπραγματική κι ονειρική», στον Καραγάτση φαντάζει απόλυτα φυσιολογική και χάνεσαι μέσα της. Βέβαια, σε ορισμένα σημεία καταντάει ακόμα κι εδώ too much… Θέλεις να ανασάνεις…
Κεντρική ηρωίδα η Γαλλίδα (Νορμανδή) Μαρίνα, με λατρεία στους αρχαίους Έλληνες, ανοργασμική μέχρι που γνωρίζει τον Έλληνα Γιάννη ο οποίος καταφέρνει να την ξυπνήσει σαν γυναίκα. Παντρεύονται στο πατ – κιουτ, έρχονται στη Σύρα κι ενώ όλα ωραία και καλά, το ναυάγιο της «Μαρίνας» (του ενός εκ των δύο πλοίων της οικογενείας) θα φέρει αργά αλλά σταθερά και το ναυάγιο της ίδιας της Μαρίνας και όλης της οικογένειας των Ρεΐζηδων.
Ψυχογράφημα μιας γυναίκας από έναν άντρα, έρωτας και θάνατος οι δύο βασικοί άξονες του βιβλίου. Προοικονομίες, οικογενειακά δράματα, το υπερφυσικό, οι ελληνικοί οικογενειακοί δεσμοί (ο Έλληνας από δυο πράγματα δεν γλυτώνει το προπατορικό αμάρτημα και το σόι του), μεταφορές, η θεϊκή παρουσία… Όλα τα συστατικά και η δομή μιας αρχαίας ελληνικής τραγωδίας στο καραγατσικό έργο…
Τα διαλογικά μέρη, (π.χ. η σκηνή στο γκαλά, η συνάντηση με την Αννεζιώ…) βρίθουν από θεατρικότητα ώστε ο αναγνώστης έχει την αίσθηση πως τα βλέπει στη σκηνή. Ως σκορόφιδον καπετανοοικογένειας, δεν μπόρεσα να μην θαυμάσω τα σημεία του βιβλίου όπου αναφέρονται στη ναυτοσύνη και στα θαλασσινά ταξίδια. Άραγε ο Καραγάτσης ήταν κολλητός του Καββαδία; Εντάξει, το ξέρω παρεκτρέπομαι…
Δεν μπορώ να πω πως δεν υπήρχαν υπερβολές τόσο στη γλώσσα όσο και στην ιστορία, όμως ο άνθρωπος ήταν λογοτέχνης (πώς να το κάνουμε;) και κατάφερε να με πάει εκεί όπου ήθελε. Σαφώς οι πρώτες 150 σελίδες είναι πολύ πιο αργές από τη συνέχεια, αλλά εδώ είναι το ταξίδι που μετράει και όχι ο προορισμός…
Και τελειώνοντας, κάποια πράγματα στην Ελλάδα είναι διαχρονικά… όπως η εφορία και η φοροδιαφυγή ένα πράμα… Πάρτε κι ένα αποσπασματάκι περί ελληνικής εφορίας δια γραφής Καραγάτση, το έτος 1936, αν δεν απατώμαι…
«-Είμαι έξι μήνες εδώ, κι αδύνατον να υποψιασθώ τον πλούτο που κρύβεται σ’αυτά τα νοικοκυρόσπιτα με τη μετριόφρονα εμφάνιση. Πρέπει να μιλήσω γι’αυτό το ζήτημα με τον έφορο…»
«-Περιττό. Είναι πολύ καλά πληροφορημένος. Αλλά δεν έχει στοιχεία. Όλος αυτός ο πλούτος έρχεται από τα βαπόρια, δηλαδή από αντικείμενα που μετακινούνται έξω από τα χωρικά μας ύδατα. Οι ναυλώσεις γίνονται στο Λονδίνο. Τα ναύλα πληρώνονται στη Νέα Υόρκη. Φυσιολογικώς αδύνατο να διενεργηθεί έλεγχος. Καταλάβατε;»
«-Υπάρχουν τα τεκμήρια…»
«-Άκρως επικίνδυνη η αδέκαστη εφαρμογή τους. Τίποτα ευκολότερο για ένα βαπόρι από ελληνικό να μεταβληθεί σε παναμαϊκό. Όπως τίποτα δεν εμποδίζει τον κύριό του να εγκατασταθεί στο Εξωτερικό. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι κατοικούν στην Ελλάδα όχι από ανάγκη, αλλά από αγάπη. Αν πληρώνουν φόρους, το κάνουν μονάχα από πατριωτισμό. Πρέπει ο έφορος να έχει υπόψη του αυτές τις λεπτομέρειες, πριν αποφασίσει να τους σφίξει…»
Τσακαλώτε τα’ακούς;;;
Με αυτά και με άλλα
9,5/10 (γιατί κάποιες στιγμές, ο βερμπαλισμός έπεσε πολύς βαρύς…)

Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ
Μ. Καραγάτσης
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2014

Σελίδες 439

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2016

Ταξίδι αυτοανακάλυψης - π. Φιλόθεος Φάρος



Είναι η εποχή που περνάω όλα μου τα ψυχο… και το κακό είναι πως όταν έρχονται, έρχονται όλα μαζεμένα… ψυχολογικά, ψυχοσωματικά, ψυχονευρωτικά… όλο μέσα στο ψυχο… είμαι… κι έτσι η διάθεση έπεσε στα τάρταρα κι ακόμα παραπέρα… κι ούτε διαβάζω, ούτε σερφάρω, κάνω αποτοξίνωση, μπας και χαλαρώσω το ρημάδι…
Κι όταν με πιάνουν όλα τούτα, το ρίχνω στα βιβλία αυτοβοήθειας, μήπως και δω λίγο φως στο μαύρο τούνελ. Αυτή τη φορά επέλεξα το «Ταξίδι αυτοανακάλυψης» του πατέρα (ιερέα δηλαδή) Φιλόθεου Φάρου. Έχω διαβάσει κατά καιρούς διάφορα βιβλία του, άλλα με έχουν βοηθήσει περισσότερο άλλα λιγότερο. Μου ταιριάζει αυτός ο συνδυασμός ψυχολογίας, φιλοσοφίας και ορθόδοξης θεολογίας που προτείνει. Είναι στην ιδιοσυγκρασία μου.
Το «Ταξίδι αυτοανακάλυψης» όπως μαρτυρά και ο τίτλος είναι ένα βιβλίο - βοήθημα για την ανακάλυψη του εαυτού μας, όμως η αλήθεια είναι πως ή δεν ήμουν σε mood ή ήταν λίγο πιο μπερδαγουέι κι έτσι δεν κατατάχθηκε στο top των αυτοβοηθημάτων. Ωστόσο υπάρχουν μέσα ακτίνες φωτός που φωτίζουν ολίγον τη μαύρη μαυρίλα πλάκωσε. Επίσης μου συμβαίνει και το εξής παράδοξο ορισμένες φορές… Διαβάζοντας τέτοια βιβλία αντιλαμβάνομαι τόσο καλά τις στρεβλώσεις του χαρακτήρος μου, πόσα λάθη κάνω που με απομακρύνουν από την ευτυχία, γεγονός που με κάνει στη συνέχεια ακόμα πιο μίζερο και καταθλιμμένο…
Ένα ακόμα καλό βιβλίο του πατέρα Φιλόθεου Φάρου (από αυτά για το ψάξιμο του εαυτού μας…), όχι ωστόσο από τα πιο δυνατά του…
Εάν ανήκετε στους φανατικά άθεους, άθρησκους, αντι-εκκλησιαστικούς, δεν σας το προτείνω… θα το δείτε με παρωπίδες και είναι κρίμα να χάσετε και την άποψη ενός φωτισμένου κληρικού
Βαθμολογία: 8/10
Υ.Γ. Όπως θα καταλάβατε, ούτε ένα 'τσίμπημα' της προκοπής δεν έχω διάθεση να κάνω...


ΤΑΞΙΔΙ ΑΥΤΟΑΝΑΚΑΛΥΨΗΣ
π. Φιλόθεος Φάρος
Εκδόσεις Αρμός, 2009
Σελίδες 247


Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2016

Το θεώρημα του παπαγάλου - Ντενί Γκετζ

Αξίωμα πρώτο: Απεχθάνομαι τα μαθηματικά
Αξίωμα δεύτερο: Μισώ τα μαθηματικά
Αξίωμα τρίτο: Σιχαίνομαι τα μαθηματικά
Ας μου λύσει κάποιος την απορία, γιατί τότε διάβασα ένα μαθηματικό μυθιστόρημα;
Ο συγγραφέας θεωρητικά είχε μια ωραία ιδέα. Να δημιουργήσει ένα μυστήριο, μια ωραία ατμόσφαιρα (Παρίσι – Συρακούσες – Αμαζόνιος) και μέσα από τους βασικούς ήρωες (τρία παιδιά, έναν 84/χρονο κι έναν σπάνιο παπαγάλο) να γνωρίσει στον αναγνώστη τις βασικές μαθηματικές θεωρίες και την ιστορία των μαθηματικών εν γένει.
Ειλικρινά δεν ξέρω πως φάνηκε το βιβλίο σε αυτούς που αγαπούν τα μαθηματικά. Εμένα παρ’όλη την καλή μου διάθεση (και πιστέψτε με ήμουν full στην καλή διάθεση τούτη τη φορά) δεν κατάφερε να μου ενσταλάξει ούτε μια σταγόνα λατρείας γι’αυτή την επιστήμη. Με την ίδια μανία που απεχθανόμουν  π.β. (προ βιβλίου) τις αλγεβρικές παραστάσεις, τα ημίτονα, τα συνημίτονα και τις ευθείες, με την ίδια μανία τα απεχθάνομαι και μ.β. (μετά βιβλίον). Θεωρήματα, αποδείξεις, αξιώματα έκαναν το κεφάλι μου καζάνι και η μόνη λύση για να αποφύγω τις κούτες των panadol για τον πονοκέφαλο, ήταν να πηδάω τις σελίδες σαν καγκουρώ.
Βρήκα την υπόθεση επιφανειακή (έμπαζε από παντού), λογοτεχνική γραφή δεν εντόπισα πουθενά, λάθη μετάφρασης (π.χ. θεωρώ λάθος που ο μεταφραστής επέλεξε το Κοτ – ντ- Αζύρ αντί για το Κυανή Ακτή ή το Λουί – Φιλίπ αντί για το βασιλιά Λουδοβίκο – Φίλιππο και πολλά άλλα τέτοια) και τόσα μαθηματικά που δεν θα ξαναπάρω ποτέ στη ζωή μου.
Τα μόνα σημεία που πραγματικά κυλούσαν ευχάριστα ήταν εκείνα που μιλούσαν για τη ζωή ορισμένων μαθηματικών ιδιοφυιών όπως του Ομάρ αλ Χαγιάμ ή του Όιλερ αλλά ειλικρινά τέτοια τσιμεντοποίηση που έπαθε ο εγκέφαλος μου για καμιά πενηντάρια σελίδες που άξιζαν, είναι κρίμα!
Βαθμολογία: π (ναι αυτό το π που κάποια σχέση έχει με τον κύκλο αλλά τώρα ποια ακριβώς είναι ανάθεμα κι αν θυμάμαι… κουμπαριά είναι, πρωτοξάδερφοι είναι, μπατζανάκια είναι… θα σας γελάσω και δεν το θέλω…)

Υ.Γ. Οι μαθηματικοί μπορεί και να το λατρέψετε, εγώ πάλι ΟΧΙ.

ΤΟ ΘΕΩΡΗΜΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΓΑΛΟΥ
Ντενί Γκετζ
Μετάφραση: Τεύκρος Μιχαηλίδης
Εκδόσεις Κέδρος 2010
Σελίδες 720 (καταλαβαίνετε τον πόνο μου)


Σάββατο, 3 Σεπτεμβρίου 2016

Ούτε η μάνα μου - Έφη Καγξίδου / Λίνα Σπεντζάρη


Τα τελευταία χρόνια σε δυο ειδών βιβλία παθαίνω αναφυλαξία:
Α) στις αληθινές ιστορίες, γραμμένες από τις χήρες, τα ορφανά, τους συγγενείς του μακαρίτη γιατί συνήθως είναι νεκρολογίες όπου ο εκλιπών παρουσιάζεται ως σούπερ ντούπερ ήρωας ή το αντίθετο αν η συγγραφέας είναι η κερατωμένη πρώην σύζυγος, όπου ο ήρωας παρουσιάζεται ως ο χειρότερος Σάτυρος όλων των εποχών
Β) στα μυθιστορήματα που αναφέρονται στις χαμένες πατρίδες (και να φανταστείτε ότι η καταγωγή των σκορόφιδων έχει τις ρίζες της στα διαμάντια της Ιωνίας). Όμως δεν αντέχω άλλο κάρβουνο… έχω διαβάσει τόση Μικρασία, τόση Σμύρνη, τόσο Και και τόσο Κραίμερ, τόσες τούρκικες σφαγές και τόσους έρωτες που οι ήρωες μπερδεύουν τα αλλόεθνα μπούτια τους που enough is enough!
Τώρα πως βρέθηκα να διαβάζω ένα βιβλίο που τα κύρια συστατικά του αποτελούνται από τα δύο συστατικά που απεχθάνομαι; 
Α. Με ιντρίγκαρε το γεγονός πως κανείς δεν βρέθηκε να πιστέψει στην αθωότητα του ήρωα (ούτε καν η μάνα του) 
Β. Στο οπισθόφυλλο δεν αναφέρονταν πουθενά οι χαμένες πατρίδες…

Και μετά τον πρόλογο – σεντόνι, συνεχίζω με το προσωπικό αξίωμα πως ποτέ δεν κρίνω την ιστορία ενός βιβλίου όταν πρόκειται για την αληθινή ζωή ενός ανθρώπου που υπήρξε στην πραγματικότητα και όχι μόνο στο μυαλό του συγγραφέα. Δεν μπορώ να κρίνω αν κάποια γεγονότα μου φαίνονται υπερβολικά, εξτραβαγκάντσικα, εξωγήινα… Δεν μπορώ να κρίνω εάν οι πράξεις των ηρώων φαίνονται ‘αλλού γι’αλλού’… αφού έτσι έγιναν τα γεγονότα, τι είμαι εγώ που θα τα σχολιάσω;;; ,
Πάνω λοιπόν σ’αυτό το αξίωμα, όσο κι αν δεν μπόρεσα να καταλάβω από πού ορμώμενη η μάνα του Γιώργη αρνείται ακόμα και ν’ακούσει τον ίδιο της τον γιο να της μιλάει για την αθωότητά του, όσο κι αν δεν κατάλαβα γιατί μια χήρα μάνα καταριέται το πρωτότοκο και αγαπημένο της σπλάχνο (που μέχρι πρότινος ήταν και δείγμα τάξεως και ηθικής) χωρίς καν να του δώσει πέντε λεπτά από τη ζωή της για να τον ακούσει, δεν το κρίνω. Με ξεπερνάει σαν πράξη, αλλά πιστεύω τη συγγραφέα πως έτσι έγιναν πράγματι τα γεγονότα και δεν τα σχολιάζω.
Από κει και πέρα, πρόκειται για ένα κλασικό πλέον μοτίβο που συναντάμε στην νεοελληνική πεζογραφία με την ευτυχισμένη ζωή των κατοίκων στη Μικρασία πριν το 1922, τις τούρκικες φρικαλεότητες και τον αγώνα επιβίωσης που έκαναν οι πρόσφυγες για να ριζώσουν στη ‘μητέρα πατρίδα’.
Τα κομμάτια που ήταν γεμάτα από καλολογικά στοιχεία θυμίζοντας καλές εκθέσεις του πάλαι ποτέ, του στυλ: «Πανάκι απλωμένο το κορμί του, στέγνωνε από τη βαρυχειμωνιά. Πέπλο διάφανο, χρυσοποίκιλτο, έντυνε το γυμνό ορίζοντα. Οι ηλιαχτίδες αλλού στραφτάλιζαν σαν φλουριά στης θάλασσας το μπούστο κι αλλού της φόραγαν χτενάκια ασημόχρυσα…» καθώς και τις σκηνές που μιλούσαν για την καθημερινή ζωή στην Ιωνία, τα περνούσα ντιαγκονάλ. Ωστόσο υπήρξαν σκηνές δυνατές, που προφανώς και οι συγγραφείς παρασύρθηκαν από τη βιαιότητα των γεγονότων κι άγγιξαν τη σκληρή καρδιά μου, όπως η σκηνή με το χέρι του Οσμάν (όσοι διάβασαν ή διαβάσουν το βιβλίο θα με καταλάβουν) και το κεφάλαιο με τον τίτλο ‘Μουράτ’. (ναι, το ομολογώ κύλησαν δάκρυα συγκίνησης στα μάτια μου…)
Εν τέλει πρόκειται για την αληθινή ιστορία ενός ανθρώπου, μιας οικογένειας. Για όσους αγαπούν αυτού του είδους βιβλία χωρίς ιδιαίτερες λογοτεχνικές αξιώσεις είναι ένα ανάγνωσμα που ενδεχομένως θα λατρέψουν. Για όσους επίσης δεν έχουν πάθει overdose από Μικρασία, μπορούν να πάρουν τη δόση τους.
Για κάποιους κυνικούς σαν κι εμένα που πλέον σχεδόν τα βλέπουν όλα ίδια, ένα 6,5/10 (γιατί πιστεύω πως το βιβλίο κομίζει γλαύκας εις τας Αθήνας)

ΟΥΤΕ Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ
Έφη Καγξίδου – Λίνα Σπεντζάρη
Εκδόσεις Έξη, 2015

Σελίδες 469

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2016

Γερουλντεγγέρ – Ίαν Μανούκ


Αστυνομικόν… και πάλι… Γαλλικό νουάρ από έναν Αρμένιο συγγραφέα πολιτογραφημένο Γάλλο (γι’αυτό και το Μανουκιάν το στρίβει αλλά γαλλικά σε Μανούκ) και ερωτευμένο με τη Μογγολία.  Τα πήρε όλα αυτά λοιπόν ο συγγραφεύς, τα ανακάτεψε άλλοτε καλά και άλλοτε όχι και τόσο και μας σέρβιρε ένα κατά βάση αστυνομικόν με ολίγη εσάνς κοινωνικού και με πολλές πινελιές εξωτισμού βιβλίο. Ουφ! Τα είπα!
Ο Γερουλντελγγέρ (που ανάθεμα και τώρα που τελείωσα το βιβλίο κι αν έμαθα το όνομά του) είναι Μογγόλος αστυνομικός και βρίσκεται ξαφνικά με δυο καυτές πατάτες στα χέρια του: α) το πτώμα ενός 5/χρονου κοριτσιού που ξεβράζει η στέπα της Μογγολίας και β) τρεις Κινέζους νεκρούς με κομμένα τ’αχαμνά τους (βλέπετε πως δεν ρίχνω το επίπεδο) και δυο νεκρές πόρνες με τ’αχαμνά των Κινέζων στο στόμα για να μην πάνε χαμένα. Ο ίδιος, αν και καλός μπάτσος, κάπου έχει φλιπάρει γιατί πριν πέντε χρόνια απήγαγαν και στραγγάλισαν την πεντάχρονη κόρη του, η γυναίκα του αποτρελάθηκε (λογικότατον) και η έφηβη κόρη του έχει πέσει στα σκληρά.
Και από κει και πέρα ξετυλίγεται ένα ‘κυνηγητό’ σ’έναν δρόμο με πολλά παρακλάδια: καλοί και κακοί μπάτσοι, Μογγόλοι ναζί, Κινέζοι και Κορεάτες μεγαλοεπιχειρηματίες, εθνικές συγκρούσεις, μογγολικές παραδόσεις και σοβιετικά κατάλοιπα, πόρνες , υπόνομοι, μοναχοί, ουρανοξύστες στο Ουλάν Μπατόρ και παραδοσιακές γιούτες που σερβίρονται απαραίτητα με αλμυρό τσάι και βούτυρο, ψωμί με παχιά κρέμα γάλακτος και μαρμελάδα από μαύρα μύρτιλλα και για τις μεσημεριανές ώρες γεμιστές μαρμότες με πέτρες… Εντάξει, οι Μογγόλοι δεν φημίζονται και για την υψηλή γαστρονομία τους.
Βιβλίον εξωτικόν, ταξιδιάρικον, σε μια χώρα άγρια και άγνωστη στα δι ημάς που ωστόσο ο Μανούκ κατάφερε να μεταδώσει το κλίμα της, η αγωνία πιάνει κόκκινο σε πολλά σημεία, ενίοτε σκληρό κι απάνθρωπο, με μια δόση μυστικισμού που προσωπικά τη λάτρεψα…
Κι επειδή βέβαια φίδι είμαι θα τσιμπήσω, στη μέση κάπου κάνει λίγο κοιλιά και υπήρξαν στιγμές που το βαρέθηκα ολίγον το story για να πάρει μετά ξανά εμπρός ο Μανούκ και η δράση. Και σαφώς υπήρξαν κομμάτια που πρόσωπα έμπαιναν κι έβγαιναν γιατί οι συγγραφείς είναι μικροί θεοί κι όποιον θέλουν βάζουν όποιον θέλουν ξεκάνουν γιατί έτσι τους βολεύει κι υπάρχουν κι ορισμένες σκηνές σαν να είναι βγαλμένες από αμερικάνικο κόμικ, όμως κατά ένα περίεργο τρόπο, το αποδέχτηκα γιατί με πήρε ο ρυθμός της αφήγησης.
Αγαπημένος ήρωας ο μικρός Γκαντουλγκά (τώρα όρκο για το όνομα δεν παίρνω κιόλας), ο οποίος βέβαια σε ορισμένες φάσεις μεταμορφώνεται σε alter ego του Spiderman, του Batman και του Mr America μαζί.
Κι αν αναρωτιέστε γιατί δεν χύνω περισσότερο δηλητήριο… Πώς μπορεί ένα φίδι να δαγκώσει το συγγραφέα που σε μια από τις δυνατότερες σκηνές του βιβλίου έχει δώσει στα φίδια πρωταγωνιστικόν ρόλο; Και για του λόγου το αληθές, voila και αποσπάσματα:

«… Τα δηλητηριώδη φίδια έχουν πιο έντονα σαγόνια, ακριβώς πίσω από το κεφάλι, οι φολίδες τους είναι ίσιες και το σώμα τους απολήγει με πιο απότομο τρόπο, χωρίς να λεπταίνει στην άκρη…»
«Τα φίδια είναι άραγε ικανά να δρουν ομαδικά; Θα μπορούσαν άραγε να σε κυκλώσουν στη μέση της τάφρου, ή να σε στριμώξουν σε μία γωνία για να σου επιτεθούν;»
«-Αυτός είναι ένας κροταλίας από το Γκόμπι, εξήγησε ο Γερουλντελγγέρ μιλώντας για το φίδι που μόλις είχε πετάξει μέσα στον λάκκο. Οι οχιές είναι φοβιτσιάρες, αλλά ο κροταλίας είναι φίδι του πολέμου».

Αυτά και άλλα πολλά, σταματώ μην μας πάρει χαμπάρι και κάνας φιδέμπορας …
Βαθμολογία: 7,5/10

ΓΕΡΟΥΛΝΤΕΛΓΓΕΡ – ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΟΓΓΟΛΙΑ
Ίαν Μανούκ
Μετάφραση: Ουρανία Πολυκανδριώτη
Εκδόσεις Στερέωμα, 2015

Σελίδες 648

Σάββατο, 27 Αυγούστου 2016

Σταθμός έντεκα - Emily St. John Mandel


Δεν είμαι φαν ούτε της επιστημονικής φαντασίας ούτε των χολιγουντιανών ταινιών όπου ο πλανήτης καταστρέφεται από έναν κομήτη, μια πανδημία ή ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα… Πώς τώρα με έπεισε η συμπαθής κατά τα άλλα πωλήτρια για ένα τέτοιο ανάγνωσμα (μάλλον μεθυσμένο ήμουνα και γι’αυτό οι προτροπές της ήχησαν σαν σειρήνες στ’αυτιά μου…) Εν ολίγοις, όταν γύρισα στη φωλιά μου και διάβασα το οπισθόφυλλο πως μια παγωμένη νύχτα, κατά τη διάρκεια της παράστασης του ‘Βασιλιά Ληρ’ πεθαίνει από έμφραγμα ο βασικός ηθοποιός, ο Άρθουρ Λιάντερ και πως λίγες ώρες αργότερα ξεσπάει μια πανδημία γρίπης (η γρίπη της Γεωργίας) και μέσα σε λίγες ώρες, άντε λίγες μέρες το 99% του παγκόσμιου πληθυσμού βλέπει τα ραδίκια ανάσκελα και bye bye η ζωή στον πλανήτη Γη όπως την ξέραμε, το πήρα το βιβλιαράκι το στόλισα ωραία – ωραία στο ράφι της βιβλιοθήκης και ούτε γάτα ούτε ζημιά…
Έλα όμως που ‘πενία τέχνας επεξεργάζεται’ και ένεκα αφραγκίας είπα να του δώσω μία ευκαιρία. Και το ξεκίνησα. Και το προχώρησα. Και το τελείωσα.
Μετά λοιπόν την πανδημία, οι άνθρωποι επιστρέφουν στην 'εποχή των σπηλαίων’ που λέει ο λόγος γιατί  βενζίνη, αντιβιοτικά, ηλεκτρισμός , ίντερνετ, μεταφορές και όλα τα ωραία και τα καθημερινά που έχουμε συνηθίσει γιοκ. Η βία εξαπλώνεται, οι λίγοι επιζήσαντες προσπαθούν με νύχια και με δόντια να μείνουν επιζήσαντες.
Αν και οι ήρωες είναι αρκετοί και φαινομενικά άγνωστοι μεταξύ τους, η συγγραφέας σιγά – σιγά ενώνει το κουβάρι των ζωών τους πριν ή μετά την καταστροφή. Το ‘αγαπημένο’ παρελθόν μπερδεύεται άλλοτε με το ζοφερό παρόν και άλλοτε με το άγνωστο μέλλον. Υπαρξιακές αγωνίες, μεσσίες και προφήτες, μετατραυματικό στρες, βία και καλοσύνη. Και μέσα σ’αυτό το πήγαινε – έλα στο χρόνο, εκείνο που μοιάζει να μένει ακλόνητο είναι η τέχνη: το θέατρο και δη ο Σαίξπηρ (η συγγραφέας κάνει αρκετές αναφορές – συμβολισμούς με τον Σαίξπηρ και πως επηρεάστηκε από την πανούκλα της εποχής του κτλ κτλ), η μουσική (μια μουσική μπάντα η Περιπλανώμενη Συμφωνία) κι ένα κόμικ που ποτέ δεν δημοσιεύτηκε ο «Σταθμός Έντεκα».
Η αλήθεια είναι πως δεν μπόρεσα να καταλάβω γιατί αφού δεν υπήρξε πυρηνικό ολοκαύτωμα, μόλυνση τροφών και νερού, ο κόσμος πήγε τόσο πίσω αλλά τέλος πάντων… Αυτό το κομμάτι μου άφησε κενά. Όπως και τα κομμάτια που περιπλανώνται οι ήρωες στις κατεστραμμένες πόλεις μου φάνηκαν αδύνατα σε αντίθεση με τα flash back στο παρελθόν. Παρά τα κενά ωστόσο που έβρισκα, η αγωνία μου ήταν μεγάλη για να δω τι θα γίνει, ο ζόφος με ακολουθούσε παντού και ο ήχος των ξεκούρδιστων οργάνων ενοχλούσε τ’αυτιά μου. Η παρουσίαση του Δρ. Έντεκα και της Υποθάλασσας από το κόμικ τόσο παραστατική, που ήταν σαν το διάβαζα από τη Marvel. Το βλέπω να ‘ρχεται οσονούπω.
Εν κατακλείδει αν και δεν είμαι λάτρης του είδους ούτε έχω την ανάλογη αναγνωστική εμπειρία, ήταν ένα ανάγνωσμα γρήγορο, ζοφερό, υπαρξιακό και μάλλον αισιόδοξο. Και φτάνεις στο συμπέρασμα πως σε κάποιες καταστάσεις  είναι καλύτερα να ξεχνάς τελείως το παρελθόν και να κάνει delete στο σκληρό δίσκο του εγκεφάλου σου.
Μου άρεσε. Αν και δεν ξέρω πόσο εύκολα θα επιλέξω ένα άλλο μετααποκαλυπτικό (sic) μυθιστόρημα για να διαβάσω. Τα αφήνω στους λάτρεις του είδους.
Ένα 8/10 από μένα χωρίς μέτρο σύγκρισης…

ΣΤΑΘΜΟΣ ΕΝΤΕΚΑ
Emily St. John Mandel
Μετάφραση: Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ίκαρος, 2016

Σελίδες 452

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Νεαρό άσπρο ελάφι - Χρήστος Χωμενίδης

«…Το άσπρο όμως ελάφι…
Όποιος το έχει δοκιμάσει θα σε διαβεβαιώσει πως η ευτυχία μπορεί να εδρεύει και στον ουρανίσκο. Όποιος το έχει γευτεί έχει γευτεί παράδεισο. …»

Έτσι ξεκινάει το οπισθόφυλλο του βιβλίου κι εγώ αναρωτιέμαι τι στο καλό ‘σκορόφιδο μπον – βιβέρ’ και κουραφέξαλα είμαι όταν ούτε μια φορά στην πολύχρονη ζωή μου, δεν γεύτηκα τούτο το έδεσμα. Δεν λέω… καλά τα φουα – γκρα και τα χαβιάρια και οι στρουθοκάμηλοι, μα ένα άσπρο ελάφι και δη νεαρό να μην το έχω γευτεί ποτέ;
Κι επειδή δεν ενδημεί εις τα μέρη μας, άρπαξα μετά βουλιμίας το «Νεαρό άσπρο ελάφι» του Χωμενίδη και το καταβρόχθισα σε ένα απομεσήμερο. Μου άρεσε; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Υπόθεσις: Ένας συγγραφέας που έχει αποφασίσει να αποσυρθεί από το συγγραφικό γίγνεσθαι της πατρίδος μας, τη στιγμή ακριβώς που πρόκειται να γράψει το ‘καλύτερο του έργο’. Ο Μηνάς Αβλάμης (quel banal όνομα!) Ένας συγγραφέας (ο ίδιος) που έχει αποσυρθεί επίσης από την ίδια τη ζωή και κατοικεί τα τελευταία 10 χρόνια στην Κέρκυρα διάγοντας μία πλήρως προβλέψιμη ζωή, μέχρι να φαγωθεί ολοκληρωτικά η πατρική περιουσία. Τίποτα δεν τον ξεκουνάει από όλη αυτή την καθημερινότητα, μέχρι να έρθει η υπόσχεση για ένα πιάτο ‘νεαρό άσπρο ελάφι’. Και τότε ο Αβλάμης, τα παρατάει όλα. Και υποσχέσεις, και Κέρκυρα, και ερωμένη (είπαμε τα παρατάμε όλα αλλά το πουλί μας δεν το παρατάμε) και πάει στην Κυδωνία, μάλλον τον πάνε σχεδόν σηκωτό στην Κυδωνία (μια μικρή πόλη κάπου χωμένη στη Δυτική Μακεδονία) για να τον τιμήσουν (ταρατατζούμ  παμ π αμ) για το μεγάλο λογοτεχνικό του έργο και να του σερβίρουν και το νεαρό άσπρο ελάφι.
Εκεί περιμένει τον ίδιο τον ήρωα αλλά και όλους τους αναγνώστες, ένα πολύ σουρεάλ σκηνικό. Μια πόλη βγαλμένη εξ ολοκλήρου από τη φαντασία του συγγραφέα αλλά και από τις νεανικές του μνήμες. Ένας δήμαρχος που τα έχει όλα και συμφέρει (μου θύμισε ήρωα του Λούκι Λουκ που ο δήμαρχος είναι και τραπεζίτης και νεκροθάφτης και ιδιοκτήτης σαλούν, μόνο που ο δικός μας είναι ιδιοκτήτης ολόκληρου εργοστασίου γεωσκωλήκων), μια ξινή σύζυγος, μια καυτή γκόμενα, ένας έφηβος που καπνίζει στη ζούλα, μια παρακμιακή σχολική παράσταση κι ένα δωμάτιο παιδικό – εφηβικό που έχει έρθει κατ’ευθείαν από τη εποχή ’70 – ’80, με κρυμμένα Playboy και Penthouse, κλεμμένα stop από το δρόμο και φτηνή λαδομπογιά.
Κι όπως ο κάθε ΄Ελληνας συγγραφέας που τον τελευταίο καιρό σέβεται τον εαυτό του και δημιουργεί έναν ήρωα – συγγραφέα alter ego για να εκφράσει τα σώψυχα του, το ίδιο κάνει κι εδώ ο Χωμενίδης με τον Αβλάμη. Αν και δεν έχω ιδέα, πως έζησε την παιδική και νεανική του ηλικία, είμαι σίγουρο πως σχεδόν όλα τα επεισόδια που μας παρουσιάζει (με φίλους, συγγενείς, καθηγητές και τα τοιαύτα) προέρχονται από το δικό του παρελθόν.
Κι ενώ εν γένει σε όλο αυτό το παράλογο σκηνικό, δεν συμβαίνει και τίποτα το εξτραβαγκάντζικο, ήταν τέτοια η ροή της γραφής, που σε τραβούσε να το διαβάσεις παρακάτω, να δεις τι θα γίνει, θα του σερβίρουν τελικά το νεαρό άσπρο ελάφι στο πιάτο (;) και εν πάση περιπτώσει που το πάει τελικά ο ποιητής.
Λεπτή ειρωνεία, σφάζει με το βαμβάκι τα ‘κακώς κείμενα’ της ελληνικής κοινωνίας τα τελευταία 30 – 40 – 50 χρόνια, όσοι είμαστε μιας πεπερασμένης ηλικίας αναγνωρίζουμε γνώριμα πρόσωπα και καταστάσεις.
Κορυφαία εννοείται η σκηνή του ναυαγίου (δεν λέω άλλα και πολλά είπα)… και το τέλος είναι αυτό που δίνει την υπόσταση στο  βιβλίο κι όταν το κλείνεις δεν λες μα ‘τι βλακείες διάβασα’ αλλά ‘εντάξει ρε φίλε, μ’αρέσει η φευγάτη γραφή σου…’

Σας δίνω κι ένα δωράκι – μπόνους, απόσπασμα από το βιβλίο…
«Ο ίδιος, ξέρεις, υπαινίχθηκε πως σας συνδέει κάτι πολύ πιο βαθύ από μια επαγγελματική σχέση… Άφησε να εννοηθεί ότι με τη μητέρα σου…»
«Με τη μητέρα μου τι;»
«Για ένα φεγγάρι, προτού γεννηθείς…»
«Τι αηδίες τσαμπουνάει; Σιγά μην και η μαμά μου με εκείνη τη μισή μερίδα!»
«Δε σε ενοχλεί δηλαδή που είχε η Ρίκα εραστές, υπό τον όρο να ήταν του γούστου σου! Για κοίτα κάτι πράγματα… Η αδελφή σου η Ηρώ λεσβία μεν, πουριτανή δε σε ό,τι αφορά τη  μάνα της. Εσύ πάλι εστέτ: Την ήθελες μονάχα με ομορφάντρες να κυλιέται στα αμαρτωλά κρεβάτια! Αφήστε επιτέλους τη γυναίκα ελεύθερη, να χαρεί τη ζωή της!»

Ναι ρε φίλε Παπαπά (ο δήμαρχος που πάει μ’όλα), εμείς τη μάνα μας την θέλουμε να ερωτοχτυπιέται με παίδαρους κι όχι με μισοριξιές…
Μ’αυτά και με τ’άλλα, ήρθε η ώρα και της βαθμολογίας… Έξυπνο στη σύλληψη, καλογραμμένο αλλά δεν συγκλονιστήκαμε κιόλας…
Ένα 7,3 καλό δεν είναι;

ΝΕΑΡΟ ΑΣΠΡΟ ΕΛΑΦΙ
Χρήστος Χωμενίδης
Εκδόσεις Πατάκη, 2016

Σελίδες 317

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Confiteor - Ζάουμε Καμπρέ


Confiteor, αγαπητοί μου… Jo confesso… Το ομολογώ από την πρώτη κιόλας σειρά. Confiteor λατινιστί σημαίνει, ομολογώ… ομολογία πίστεως και ομολογία λαθών και αμαρτιών… σαν εξομολόγηση ένα πράγμα (καμία σχέση με ελληνικές εξομολογήσεις…). Ομολογώ λοιπόν πως τούτο το βιβλίο ήταν ένα αριστούργημα, πάνω, κάτω και πλαγίως και όσο κι αν προσπαθούσα να βρω να το τσιμπήσω για να δηλώσω και την φύση του κακού που μου αποδίδουν, δεν τα κατάφερα.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ως γνωστόν, τα φίδια είμαστε πλάσματα αναίσθητα και άμουσα. Τα σκορόφιδα ανήκουν στο πρώτο σκαλί της συνομοταξίας των ανεπίδεκτων μουσικής παιδείας, μίλια μακριά από τις πρώτες μας εξαδέλφες τις κόμπρες που αρέσκονται στη λικνιστή κίνηση - μουσική της πίπιζας. Ως γνήσιον σκορόφιδον, μισώ το βιολί και τον ήχο του. Ακούγοντας ακόμα και τον πιο βιρτουόζο βιολονίστα, τ’αυτιά μου κοκκινίζουν και ζητούν ωτοασπίδες. Φανταστείτε τώρα να διαβάζω ένα βιβλίο που αναφέρεται στην ιστορία ενός βιολιού. Κι όχι ενός οποιοδήποτε βιολιού. Ενός βιολιού με ονοματεπώνυμο. Καλά μόνο με όνομα. Βιάλ. Κατασκευασμένο στην Κρεμόνα από τον Λορέντζο Στοριόνι. Αν και όσες απόψεις – κριτικές κι αν διάβασα, μιλάνε πως το βιβλίο αναφέρεται στην ιστορία του Αντριά Αρντέβολ, για μένα είναι η ιστορία αυτού του υπέροχου βιολιού, του Βιάλ. Ο Αντριά δεν είναι παρά ένα πέρασμα από τη ζωή του βιολιού, κάποιος που μαγεύτηκε, επηρεάστηκε και έζησε γι’αυτό κι ενώ αυτός φεύγει για το επέκεινα, το βιολί ζει και βασιλεύει.
Ο Καμπρέ, μέσα από την γραπτή εξομολόγηση του βασικού του ήρωα, σε μια προσπάθεια να σώσει όχι την ανάμνηση της δικής του ζωής, αλλά τη ζωή της αγαπημένης του, της Εβραίας Σάρας, μας κάνει κοινωνούς όλων των σκοτεινών σημείων της ιστορίας της ευρωπαϊκής ηπείρου και μας φέρνει αντιμέτωπους με θέματα φιλοσοφικά για το απόλυτο Κακό (το Κ κεφαλαίο), για τη μισαλλοδοξία, για τη θρησκεία, για το ρατσισμό, για τις ενοχές, για τη συγχώρεση, για την γονεϊκή κληρονομιά, για… για… για…
Ο τύπος είναι μοναδικός. Σίγουρα ξέρει βελονάκι και κοπανέλι. Πλέκει περίτεχνα όλα τα είδη λόγου, τα πρόσωπα και τους χρόνους. Από το πρώτο πρόσωπο πάει στο τρίτο μέσα στην ίδια πρόταση. Από τον ενεστώτα στον αόριστο, από το τώρα της αφήγησης στο 1500 τόσο και μετά στο 1940 τόσο, μέσα στην ίδια παράγραφο. Από τη Βαρκελώνη του Φράνκο, στο Τύμπιγκεν της Γερμανίας του εξήντα και στην Ιερά Εξέταση του Τοκεμάδα μέσα στην ίδια σελίδα. Κι εσύ διαβάζεις το παράλογο και το βρίσκεις απόλυτα φυσιολογικό.
Ιστορίες εγκιβωτισμένες μέσα στο βασικό "πακέτο δώρου" της αφήγησης, ιστορίες που θα μπορούσε κάλλιστα η κάθε μία να γίνει ξεχωριστό βιβλίο. Η μουσική του βιολιού διάχυτη παντού και η διακειμενικότητα πανταχού παρούσα. Λατίνοι ποιητές, Ισπανοί θεολόγοι, Γερμανοί στοχαστές, Αμερικανοί γλωσσολόγοι, λογοτέχνες και φιλόσοφοι, παρελαύνουν μέσα στις σελίδες αυτού του opus magnum… (ε! επιβάλλεται ένα λατινικό στην προκειμένη…) Ένα βιβλίο με πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης…
Κι αν οι πολλοί είπαν πως είναι ένα βιβλίο για τη φύση του Κακού… εγώ το είδα κάπως αλλιώς… ένα βιβλίο για τις ενοχές που κουβαλάει η καταγωγή μας, ένα βιβλίο για τoν πιο καλό μας φίλο που είναι πάντα πρόθυμος να προδώσει για τη ματαιοδοξία και την υστεροφημία, ένα βιβλίο για τις εμμονές, ένα βιβλίο για την παιδικότητα που κρύβεται στον πιο λαμπρό εγκέφαλο (βλέπε τα παιδικά παιχνίδια του Αντριά, τον σερίφη Κάρσον και τον ινδιάνο Μαύρο Αετό που τον συντροφεύουν μέχρι τη μεγάλη του ηλικία)…
Δεν έχω τίποτα άλλο να πω… Θα σας δώσω συμβουλή κι ας σιχαίνομαι τις συμβουλές… Διαβάστε το! Ναι, είναι βιβλίο απαιτήσεων… Μην περιμένετε να πείτε «ήταν τόσο καταπληκτικό, που το τέλειωσα σε δυο μέρες!». Πρέπει να «στρώσετε τον κώλο σας κάτω» , με την καλή έννοια πάντως βεβαίως – βεβαίως. Όμως, όπως όλα τα μεγάλα έργα, είναι ένα βιβλίο με γραφή ρέουσα που μπορεί να διαβαστεί από όλους τους αναγνώστες που επιζητούν κάτι το διαφορετικό και το ποιοτικό.
Κι ενώ το βιβλίο είναι γεμάτο από περιστατικά που μπορεί να σας συγκινήσουν και να σας προβληματίσουν, προσωπικά, με  ‘πλήγωσε’ μια σκηνή αμελητέα, που δεν πιάνει ούτε δυο αράδες. Δάκρυσα, πικράθηκα, θύμωσα. Τη στιγμή που ο Αντριά έχει παραδοθεί στο Αλτσχάιμερ και η καθαρίστρια του κλέβει το ξύλινο μενταγιόν που φοράει μια ζωή, κοροϊδεύοντας τον. Ένα βιβλίο που ενώ δεν μιλάει καθόλου για Αλτσχάιμερ, δείχνει όλη τη φρίκη της αρρώστιας μέσα σε λίγες σελίδες… όλη την ντεκαντάνς που φέρνει μαζί της…
Ουφ! Θα μπορούσα να γράφω με τις ώρες… Ξέρω σας ζάλισα… Bye bye, να το διαβάσετε…
Α! να μην το ξεχάσω! Υπέροχη η δουλειά του μεταφραστή Ευρυβιάδη ΣοφούBravissimo!!!

Βαθμολογία: στα ουράνια κι ακόμα παραπάνω! (γιατί μην ξεχνάμε το βιβλίον είναι και υπαρξιακού περιεχομένου)

Υ.Γ. 1 Φανταστείτε, με έβαλε στον πειρασμό να ακούω βιολί ενώ το διάβαζα… Σύγκριο!!! Κι όμως άκουγα… Σας βάζω ένα απόσπασμα από το opus 100 του Σούμπερτ που αναφέρεται στο βιβλίο και το έπαιζαν οι δύο φίλοι με τα βιολιά τους ο Αντριά και ο Μπερνάτ (θα μπορούσαμε να τους πούμε και παιδιά – βιολιά!). Μόνο που εδώ παίζουν βιολί και βιολοντσέλο, νο πρόμπλεμ άι γκες…

Υ.Γ. 2 (μίνι σποϊλεράκι) Το μόνο φάουλ για μένα στο βιβλίο (όχι που δεν θα ‘βρισκα), είναι που δεν εξηγεί ο συγγραφέας γιατί ο Φέλιξ Αρντέβολ εγκατέλειψε την Ιταλίδα (sorry αλλά με τόσα ονόματα, μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή), που τόσο πολύ ερωτεύτηκε. Το ό,τι έμεινε έγκυος, δεν μου το κόλλησε καλά… τόση θρησκευτική παιδεία πήρε… Ήθελα να ξερα… En tout cas… Nobody’s perfect!

Υ.Γ. 3 Βρε παιδιά του εκδοτικού… Τις υποσημειώσεις, please, μην τις βάζετε στο τέλος… Βάλτε τες κάτω από κάθε σελίδα… Αυτό το μπρος – πίσω γυμνάζει τα γεμάτα αρθριτικά δάχτυλά μας…

Υ.Γ. 4 Έσκασα μέχρι να μάθω τι εστί πορό (porron ισπανιστί)… Περίεργον σκεύος από το οποίο πίνεις το κρασάκι σου και οι οινογνώστες ούτε που να το δουν στα μάτια τους… αντιθέτως, η Σάρα το τιμούσε δεόντως… στο επόμενο μου ταξιδάκι στη Βαρκελώνη, θα το αναζητήσω… άραγε σάγκρια επιτρέπεται;;;

CONFITEOR
Jaume Cabre
Μετάφραση: Ευρυβιάδης Σοφός
Εκδόσεις Πόλις, 2016

Σελίδες 736 (βιβλίο τούβλον αλλά μην το φοβηθείτε…)

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

Η δίψα με καίει και χάνομαι - Μαρία Λαμπαδαρίδου Πόθου

Γιατί; Γιατί; Γιατί; 
Τι τους πιάνει γαμώτο τους συγγραφείς και θέλουν να τα βάλουν όλα σ’ένα βιβλίο; Κουτσοί, στραβοί στον Άγιο Παντελεήμονα ένα πράγμα…
Τι εννοώ;;; Ας πάρω ένα παράδειγμα από την αγαπημένη μου κουζίνα…
Ας πούμε πως έχεις τέσσερα εξαίσια υλικά. Τέσσερεις πρώτες ύλες μοναδικές… Ας πούμε έχεις τόνο Αλοννήσου, ιβηρικό jamon, μανιτάρια τρούφες και σαμπάνια Dom Perignon. Το καθένα από μόνο του είναι μοναδικό. Το καθένα πρέπει να το απολαμβάνεις μόνο του (εντάξει με τη σωστή συνταγή βεβαίως βεβαίως) για να αισθανθείς στον ουρανίσκο σου όλες αυτές τις λεπτεπίλεπτες γεύσεις. Κι ένας master chef (ίσως με την αλαζονεία που του δίνουν η εμπειρία και οι γνώσεις του), λέει να πειραματιστεί (ή μήπως είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα); Και τα ρίχνει όλα αυτά τα μοναδικά αλλά αταίριαστα μεταξύ τους υλικά, σ’ένα καζάνι (άντε καλά σε μια χάλκινη κατσαρόλα). Τόνος, jamon, τρούφες και σαμπάνια. Και τα ανακατεύει… και βγάζει μια σούπα… Μια σούπα… που δεν τρώγεται…
Έτσι ακριβώς αισθάνθηκα διαβάζοντας το «Η δίψα με καίει εμένα και χάνομαι». Η συγγραφέας προσπάθησε να τα βάλει όλα στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, κι έγιναν όλα ένας αχταρμάς. Μυθιστόρημα ψυχολογικόν (μέσα από τις συνεδρίες της Αλέξιας με τον Έκτορα και τις προσπάθειες της να λύσει το τραύμα της εγκατάλειψης από τον Στέφανο και να ανακαλύψει την ψυχή της), μυθιστόρημα κοινωνικόν (η Ελλάδα των μνημονίων, των αγανακτισμένων, των ανέργων, των αστέγων) (Δεύτερη παρένθεση: αυτό το κομμάτι μου φάνηκε εντελώς ξεκομμένο από την ιστορία – να μπει για να μπει να δείξουμε και ορισμένες κοινωνικές ανησυχίες), μυθιστόρημα ιστορικόν (στα ξέμπαρκα μπαίνει και μια ιστορία από τον Β’ΠΠ), μυθιστόρημα μεταφυσικόν (το φάντασμα του βάλτου και το κόκκινο ρυάκι) και τέλος, το κλου γιατί κάθε μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτόν του έχει και το ερωτικό κομμάτι, μυθιστόρημα αισθηματικόν. Επιμένω (γιατί το έχω δει αρκετές φορές σε μυθιστορήματα) πως ο ψυχοθεραπευτής δεν ερωτεύεται την θεραπευομένη του. Ασχέτως εάν το αναφέρει ως γεγονός η συγγραφέας, με ξενίζει που τόσο εύκολα ο ψυχοθεραπευτής πέφτει στα δίχτυα του έρωτα και τα ‘ρίχνει’ απροκάλυπτα σε μια γυναίκα που μόλις βγαίνει από ένα τραυματικό χωρισμό. Και μόνο σε έξι συνεδρίες… Πείτε μου ποιος είναι αυτός ο ψυχοθεραπευτής με έξι συνεδρίες κι ένα ταξίδι στο πατρικό νησί, να πάω να πετάξω από πάνω μου όλα τα βαρίδια του παρελθόντος!
Όπως καταλαβαίνετε, τα υλικά πρώτης ποιότητας, αλλά το γλυκό δεν έδεσε. Η συγγραφέας σαφώς και «το έχει». Η γλώσσα της υπέροχη, ο λόγος ρέει, κομμάτια που σε κάνουν να σκεφτείς… Θα μπορούσε να γίνει ένα αριστούργημα εάν δεν προσπαθούσε να τα κολλήσει όλα μεταξύ τους. Ας έμενε στο ψυχολογικό κομμάτι, άντε ας κολλούσε και το ιστορικό αλλά όλα τα υπόλοιπα για κοινωνικούς αγώνες και για τους ‘κακούς τους ξένους’ που δεν σέβονται το παρελθόν μας, τι τα ήθελε;
Στεναχωριέμαι γιατί έχω ακούσει τα καλύτερα και είναι το πρώτο της βιβλίο που διάβασα και δεν μου έκανε την καλύτερη εντύπωση. Το θεωρώ ωστόσο μια ατυχής στιγμή και θα αναζητήσω κάποιο άλλο (μάλλον κάποιο πιο ιστορικόν…)
Βαθμολογία 6/10 (πολύ θα ήθελα να βάλω παραπάνω αλλά δεν…)

Υ.Γ. Άσχετο… αλλά δεν κρατιέμαι, θα το πω… Στα σημεία όπου το μυθιστόρημα γίνεται ψυχολογικόν και εσωτερικόν, η γραφή της Λαμπαδαρίδου μου θύμισε πολύ τη γραφή της Βαμβουνάκη. Εάν δεν ήξερα ποια συγγραφέα διαβάζω, θα ήμουν σίγουρη πως διαβάζω βιβλίο της Βαμβουνάκη. Όχι πως αυτό είναι κατ’ανάγκην κακό αλλά με ξένισε… σαν κάποιος να φοράει το ρούχο κάποιου άλλου...

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Τότε που ήταν καλό κορίτσι - Philip Roth


«Καινούριος Ροθ!», ξεφώνισα το έξαλλο σκορόφιδο μόλις είδα το βιβλίο στο ράφι.
«Παλιός Ροθ!», με γείωσε ο βιβλιοπώλης.
«Πόσο παλιός δηλαδή;»
«Μπαγιάτικος… Πενηντάρισε…»
Να λοιπόν που κυκλοφόρησε ένα από τα πρωτόλεια του Ροθ για πρώτη φορά στην ελληνική αγορά, προτού ο Ροθ γίνει ο Ροθ, το τέρας της αμερικάνικης λογοτεχνίας.
Υπόθεσις απλή: Κάπου στις Μεσοδυτικές Πολιτείες των ΗΠΑ (τώρα που είναι αυτές μην με ρωτάτε), η έφηβη Λούσι μεγαλώνει σε μια φαινομενικά νορμάλ οικογένεια, με παππού, γιαγιά, μητέρα – δασκάλα πιάνου κι έναν μέθυσο πατέρα. Λίγα τετράγωνα πιο κάτω, ο Ρόι, μόλις στα είκοσι, βετεράνος πολέμου ψάχνεται με το τι θα κάνει στο μέλλον του. Γνωρίζονται, συνάπτουν σχέση και πίτσι – πίτσι, σούξου – μούξου, ‘έχε μου εμπιστοσύνη’ της λέει ο Ρόι και νάτην η σχέση να γίνεται τόσο στενή, στους δύο τρίτος δεν χωρεί, βρε χωρεί και παραχωρεί και νάτην η Λούσι έγκυος. Πάνε και οι σπουδές, πάνε κι όλα και «σήμερα γάμος γίνεται σε ωραίο περιβόλι» και νάτην η Λούσι μαμά κι ο Ρόι πατέρας. Όμως το end δεν είναι και τόσο happy παρά τα κουφέτα και τα νυφικά γιατί ο Ρόι είναι λίγο στην κοσμάρα του και η Λούσι θέλει να τον κάνει έναν σοβαρό οικογενειάρχη που να τηρεί τις υποχρεώσεις του.
Με το βιβλίο αυτό, ο Ροθ ξεσήκωσε τις τότε φεμινίστριες. Τον είπαν μισογύνη και διάφορα άλλα τέτοια ωραία. Χρόνια μετά, τώρα που το κίνημα ‘κάψτε τα σουτιέν’ έχει μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, φαίνεται πως ο Ροθ κέρδισε στα σημεία. Η απρόβλεπτη εγκυμοσύνη ‘χτυπά’ τα όνειρα της Λούσι, τα δικά της όνειρα χάνονται, εκείνη αναγκάζεται να γίνει εμμονική. Γνήσιος ρεαλισμός, αλήθειες που λέγονται, κι ίσως γι’αυτό δεν μπορούμε να τις δούμε κατάματα. The winner takes it all τραγουδούσαν κάποτε οι Abba, μόνο που η Λούσι παρά το γεγονός πως είχε όλες τις προϋποθέσεις να γίνει winner, μετατρέπεται σε μια πρώτης τάξεως looser. Και δυστυχώς γίνεται και αντιπαθής, ιδίως στις τελευταίες σελίδες μ’εκείνο το λογοδιαρροϊκό ντελίριο της.
Ολίγον καθολικισμός, ολίγον αλκοολισμός, ολίγον σεξ, πολύ «τα κρύβουμε όλα κάτω από το χαλί»…
Καλούτσικον… Προσωπική συμβουλή, εάν δεν έχετε ξαναδιαβάσει Ροθ, μην ξεκινήσετε με το συγκεκριμένο… Τον αδικεί και ίσως να μην αναζητήσετε τα επόμενά του…
7/10 γιατί είναι Ροθ
Υ.Γ. Βρε παιδιά, γιατί τις σημειώσεις τις βάζετε στο τέλος; Ουφ!

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΛΟ ΚΟΡΙΤΣΙ
Philip Roth
Μετάφραση: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδόσεις Πόλις, 2016
Σελίδες 438