Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Την Κυριακή έχουμε γάμο - Γιάννης Ξανθούλης

 
Όσο κι αν θέλω να φαίνομαι σκορόφιδον νέον και ακμαίον, η πικρή αλήθεια είναι πως με φρίκη ανακαλύπτω πως το φιδοπουκάμισο μου έχει αρχίσει να ζαρώνει επικίνδυνα και να χάνει την άλλοτε στιλπνότητά του… όσο κι αν προσπάθησα να το τεντώσω καταβροχθίζοντας μελομακάρονα, κουραμπιέδες, κανταΐφια και ενίοτε ορισμένα κομμάτια μπακλαβά, το ζαρωμένο φιδοπουκάμισον μου παρέμεινε πεισματικά ζαρωμένο…
Και πιστέψτε με, δεν είχα κανένα σκοπό να σας πρήξω με τα υπαρξιακά μου, έλα όμως που μόλις τελείωσα το τελευταίο πόνημα του Γιάννη Ξανθούλη «Την Κυριακή έχουμε γάμο» κι η άτιμη μνήμη μου ταξίδεψε στα χρόνια της σφριγηλής νεότητας μου, τότε που το φιδοπουκάμισο μου δεν το έσκιαζε φοβέρα (sorry ζάρα ήθελα να πω) καμιά, και πρωτοδιάβασε «Το ροζ που δεν ξέχασα» του ιδίου.
Διάβαζα τότε Ξανθούλη ανελλιπώς για ένα βασικό λόγο. Είχα λατρέψει τους ευφάνταστους τίτλους των βιβλίων του που έδεναν τόσο φυσιολογικά με το ιοβόλο και παρηκμασμένο από τότε μυαλό μου, όπως «Το πεθαμένο λικέρ» και το «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες». Όπου κάποια στιγμή, επήρθε ο κορεσμός και σταμάτησα να διαβάζω τα νέα του βιβλία, παρά το γεγονός πως οι τίτλοι συνέχιζαν να είναι ευφάνταστοι, σουρεαλιστικοί και βιτριολικοί. Όπως ακριβώς κι εγώ.
Κι επειδή όσο το φίδι γερνάει, γυρίζει στις μνήμες της νεότητας, βρέθηκα να διαβάζω το «Την Κυριακή έχουμε γάμο» (αν και οι γάμοι μου φέρνουν και ολίγην αλλεργία, διότι στο ενεργητικό μου μετράω ουκ ολίγα φιδοδιαζύγια…). Στην αρχή διστακτικά, ασθμαίνοντας, όπως ακριβώς το τρένο που οδηγεί τον Ιορδάνη Μακρή από την Αθήνα στην αρχή στη Θεσσαλονίκη και στο τέλος στη μακρινή Μακρινή, κάπου κοντά στην Αλεξανδρούπολη. Και στη συνέχεια, όλο με περισσότερη αγωνία καθώς ως συνεπιβάτης, αγωνιάς να φτάσεις στον προορισμό σου.
Ιορδάνης Μακρής, Ιορδάνης Λεοντίου… δύο πρόσωπα, ένα άτομο κι ένας γάμος να καθορίζει παρελθόν και μέλλον. Στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα, ο Ιορδάνης Μακρής με τη μητέρα του, με έναν πατέρα χαμένο από τη διάρκεια της Κατοχής, μ΄ένα πένθος στους ώμους του χωρίς νεκρό όμως για να κλάψει, πηγαίνει στη Μακρινή στο πατρικό σόι για θερινές διακοπές. Ποιος είπε πως τα μπάνια του λαού δεν γίνονταν και τότε; Τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν πολλά, άλλα για γέλια και άλλα για κλάματα.
Έργο σε πολλά σημεία σουρεάλ, χιούμορ βιτριολικό (και ξέρετε πως ό,τι έχει σχέση με βιτριόλι, εμένα μου καλοκάθεται) και αλήθειες που πονάνε. Η γλώσσα του Ξανθούλη κρύβει τόσο έντεχνα μέσα λέξεις κι εκφράσεις που πλέον δεν τις ακούς, αλλά που ήταν τόσο της μοδός τη δεκαετία του πενήντα, που είσαι σίγουρος πως ακούς έναν θείο παλιοκαιρισμένο που έχει μείνει σ’εκείνη την εποχή. Να σας δώσω ένα δειγματάκι για ν’αντιληφθείτε τι εννοώ: «Έλαβε όμως δώρο ένα ωραιότατο καλοκαιρινό πενιουάρ», «ο Θεολόγος έπαθε αδενοπάθεια γιατί ψήλωσε απότομα», «γλυυκοτσούτσουνος» ή «ήταν και οι δύο ανταρτόπληκτες» ή «έρχονται τα ρούχα της ακανόνιστα γιατί είναι νευρικιάρα».
Κι εκεί που προχωράς, προχωράς κι αναρωτιέσαι που το πάει ο συγγραφεύς, έρχεται το τέλος, άκρως συγκινητικόν κατ’εμέ…
Αγαπημένη ηρωίδα η Σύρμω… η αγέλαστη σκληρή Σύρμω… η γιαγιά του Ιορδάνη που όλοι τρέμουν και φοβούνται αλλά που είναι η μόνη που ξέρει πώς να αντιδρά στα απρόοπτα της ζωής…
«Δεν μιλώ αγόρι μου, για παραμύθια μα για την πραγματικότητα», είπε η Σύρμω με παγερή φωνή. «Ναι, θα κλάψουμε, κλάψαμε και θα ξανακλάψουμε, όμως θα ζήσουμε και θα ξαναζήσουμε όπως ζούσαμε, γιατί ορισμένα πράγματα είναι από τον Θεό καθορισμένα. Και σας το λέω εγώ, που είμαι μάνα. Χαρά Θεού. Καλοκαίρι, μέλισσες, μύγες, σφήκες, λιμπιστές τηγανητές πιπεριές, θάλασσα, βύσσινα… Ζούμε, γιατί αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Όση πίκρα και φαρμάκι κι αν κατάπιαμε…»
 Κι εδώ θα κάνω και ιδιαίτερη μνεία στην Ελένη τη μαμή που αν και δεν παίζει κανένα ιδιαίτερο ρόλο στο βιβλίο (ούτε καν δεύτερος ρόλος, βάλε τρίτο και τέταρτο, να μην πω και πέμπτο), επειδή η περιγραφή της, μου θύμισε τη γιαγιά μου τη σκοροφιδίνα, αποφάσισα να σας βάλω και το σχετικόν απόσπασμα για να δείτε πως ήτο και η γιαγιά μου…
«Αυτή ήταν η Ελένη η μαμή, τετράγωνη, διοπτροφόρος με κάτι σκούρα πατομπούκαλα και φωνή γανωμένη από τη νικοτίνη, αλλά παρ’όλα αυτά συμπαθής.»
Όπως είπα λοιπόν και παραπάνω ο μικρός Ιορδάνης του «γάμου» μου θύμισε έντονα τον μικρό ήρωα από το «ροζ». Η σχέση με τη μάνα τους, η έλλειψη του πατέρα, το όλον γενικά σκηνικόν… Μ’αυτά και μ’αυτά πέρασε λοιπόν η ώρα και ήρθε τώρα η ώρα της βαθμολογίας:
«Την Κυριακή έχουμε γάμο»: 8,5 points.
Υ.Γ. Μην ξεχαστείτε το βιβλίον διαβάζεται υπέροχα με μια μπομπονιέρα ανά χείρας (κατά προτίμηση κουφέτα κλασικά με μεγάλο αμύγδαλο κι όχι αυτά τα καινούρια τα ψεύτικα, με σοκολάτες και κάστανα…)
Άντε και στα δικά σας, οι ανύπαντροι και οι ανύπαντρες!!!
ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΧΟΥΜΕ ΓΑΜΟ
Γιάννης Ξανθούλης
Εκδόσεις Διόπτρα, 2015
Σελίδες 376