Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Την Κυριακή έχουμε γάμο - Γιάννης Ξανθούλης

 
Όσο κι αν θέλω να φαίνομαι σκορόφιδον νέον και ακμαίον, η πικρή αλήθεια είναι πως με φρίκη ανακαλύπτω πως το φιδοπουκάμισο μου έχει αρχίσει να ζαρώνει επικίνδυνα και να χάνει την άλλοτε στιλπνότητά του… όσο κι αν προσπάθησα να το τεντώσω καταβροχθίζοντας μελομακάρονα, κουραμπιέδες, κανταΐφια και ενίοτε ορισμένα κομμάτια μπακλαβά, το ζαρωμένο φιδοπουκάμισον μου παρέμεινε πεισματικά ζαρωμένο…
Και πιστέψτε με, δεν είχα κανένα σκοπό να σας πρήξω με τα υπαρξιακά μου, έλα όμως που μόλις τελείωσα το τελευταίο πόνημα του Γιάννη Ξανθούλη «Την Κυριακή έχουμε γάμο» κι η άτιμη μνήμη μου ταξίδεψε στα χρόνια της σφριγηλής νεότητας μου, τότε που το φιδοπουκάμισο μου δεν το έσκιαζε φοβέρα (sorry ζάρα ήθελα να πω) καμιά, και πρωτοδιάβασε «Το ροζ που δεν ξέχασα» του ιδίου.
Διάβαζα τότε Ξανθούλη ανελλιπώς για ένα βασικό λόγο. Είχα λατρέψει τους ευφάνταστους τίτλους των βιβλίων του που έδεναν τόσο φυσιολογικά με το ιοβόλο και παρηκμασμένο από τότε μυαλό μου, όπως «Το πεθαμένο λικέρ» και το «Ύστερα ήρθαν οι μέλισσες». Όπου κάποια στιγμή, επήρθε ο κορεσμός και σταμάτησα να διαβάζω τα νέα του βιβλία, παρά το γεγονός πως οι τίτλοι συνέχιζαν να είναι ευφάνταστοι, σουρεαλιστικοί και βιτριολικοί. Όπως ακριβώς κι εγώ.
Κι επειδή όσο το φίδι γερνάει, γυρίζει στις μνήμες της νεότητας, βρέθηκα να διαβάζω το «Την Κυριακή έχουμε γάμο» (αν και οι γάμοι μου φέρνουν και ολίγην αλλεργία, διότι στο ενεργητικό μου μετράω ουκ ολίγα φιδοδιαζύγια…). Στην αρχή διστακτικά, ασθμαίνοντας, όπως ακριβώς το τρένο που οδηγεί τον Ιορδάνη Μακρή από την Αθήνα στην αρχή στη Θεσσαλονίκη και στο τέλος στη μακρινή Μακρινή, κάπου κοντά στην Αλεξανδρούπολη. Και στη συνέχεια, όλο με περισσότερη αγωνία καθώς ως συνεπιβάτης, αγωνιάς να φτάσεις στον προορισμό σου.
Ιορδάνης Μακρής, Ιορδάνης Λεοντίου… δύο πρόσωπα, ένα άτομο κι ένας γάμος να καθορίζει παρελθόν και μέλλον. Στις αρχές της δεκαετίας του πενήντα, ο Ιορδάνης Μακρής με τη μητέρα του, με έναν πατέρα χαμένο από τη διάρκεια της Κατοχής, μ΄ένα πένθος στους ώμους του χωρίς νεκρό όμως για να κλάψει, πηγαίνει στη Μακρινή στο πατρικό σόι για θερινές διακοπές. Ποιος είπε πως τα μπάνια του λαού δεν γίνονταν και τότε; Τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν πολλά, άλλα για γέλια και άλλα για κλάματα.
Έργο σε πολλά σημεία σουρεάλ, χιούμορ βιτριολικό (και ξέρετε πως ό,τι έχει σχέση με βιτριόλι, εμένα μου καλοκάθεται) και αλήθειες που πονάνε. Η γλώσσα του Ξανθούλη κρύβει τόσο έντεχνα μέσα λέξεις κι εκφράσεις που πλέον δεν τις ακούς, αλλά που ήταν τόσο της μοδός τη δεκαετία του πενήντα, που είσαι σίγουρος πως ακούς έναν θείο παλιοκαιρισμένο που έχει μείνει σ’εκείνη την εποχή. Να σας δώσω ένα δειγματάκι για ν’αντιληφθείτε τι εννοώ: «Έλαβε όμως δώρο ένα ωραιότατο καλοκαιρινό πενιουάρ», «ο Θεολόγος έπαθε αδενοπάθεια γιατί ψήλωσε απότομα», «γλυυκοτσούτσουνος» ή «ήταν και οι δύο ανταρτόπληκτες» ή «έρχονται τα ρούχα της ακανόνιστα γιατί είναι νευρικιάρα».
Κι εκεί που προχωράς, προχωράς κι αναρωτιέσαι που το πάει ο συγγραφεύς, έρχεται το τέλος, άκρως συγκινητικόν κατ’εμέ…
Αγαπημένη ηρωίδα η Σύρμω… η αγέλαστη σκληρή Σύρμω… η γιαγιά του Ιορδάνη που όλοι τρέμουν και φοβούνται αλλά που είναι η μόνη που ξέρει πώς να αντιδρά στα απρόοπτα της ζωής…
«Δεν μιλώ αγόρι μου, για παραμύθια μα για την πραγματικότητα», είπε η Σύρμω με παγερή φωνή. «Ναι, θα κλάψουμε, κλάψαμε και θα ξανακλάψουμε, όμως θα ζήσουμε και θα ξαναζήσουμε όπως ζούσαμε, γιατί ορισμένα πράγματα είναι από τον Θεό καθορισμένα. Και σας το λέω εγώ, που είμαι μάνα. Χαρά Θεού. Καλοκαίρι, μέλισσες, μύγες, σφήκες, λιμπιστές τηγανητές πιπεριές, θάλασσα, βύσσινα… Ζούμε, γιατί αυτό είναι το θέλημα του Θεού. Όση πίκρα και φαρμάκι κι αν κατάπιαμε…»
 Κι εδώ θα κάνω και ιδιαίτερη μνεία στην Ελένη τη μαμή που αν και δεν παίζει κανένα ιδιαίτερο ρόλο στο βιβλίο (ούτε καν δεύτερος ρόλος, βάλε τρίτο και τέταρτο, να μην πω και πέμπτο), επειδή η περιγραφή της, μου θύμισε τη γιαγιά μου τη σκοροφιδίνα, αποφάσισα να σας βάλω και το σχετικόν απόσπασμα για να δείτε πως ήτο και η γιαγιά μου…
«Αυτή ήταν η Ελένη η μαμή, τετράγωνη, διοπτροφόρος με κάτι σκούρα πατομπούκαλα και φωνή γανωμένη από τη νικοτίνη, αλλά παρ’όλα αυτά συμπαθής.»
Όπως είπα λοιπόν και παραπάνω ο μικρός Ιορδάνης του «γάμου» μου θύμισε έντονα τον μικρό ήρωα από το «ροζ». Η σχέση με τη μάνα τους, η έλλειψη του πατέρα, το όλον γενικά σκηνικόν… Μ’αυτά και μ’αυτά πέρασε λοιπόν η ώρα και ήρθε τώρα η ώρα της βαθμολογίας:
«Την Κυριακή έχουμε γάμο»: 8,5 points.
Υ.Γ. Μην ξεχαστείτε το βιβλίον διαβάζεται υπέροχα με μια μπομπονιέρα ανά χείρας (κατά προτίμηση κουφέτα κλασικά με μεγάλο αμύγδαλο κι όχι αυτά τα καινούρια τα ψεύτικα, με σοκολάτες και κάστανα…)
Άντε και στα δικά σας, οι ανύπαντροι και οι ανύπαντρες!!!
ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΕΧΟΥΜΕ ΓΑΜΟ
Γιάννης Ξανθούλης
Εκδόσεις Διόπτρα, 2015
Σελίδες 376

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Το σημάδι - Μένιος Σακελλαρόπουλος

 
Τι να σημαίνει άραγε όταν κλείνεις ένα βιβλίο και είσαι και έτσι και γιουβέτσι; Αν το έχεις κλείσει εδώ και ώρα και αναρωτιέσαι αν σου άρεσε ή όχι; Είπαμε πως δεν ξέρω τι μου γίνεται αλλά να φτάνω σε τέτοιο σημείο;
Ακόμα και τώρα, βασανίζομαι από το αιώνιο βιβλιοφιλικό φιλοσοφικό ερώτημα: «να το διαβάσουμε το βιβλίο;». Ειλικρινά απάντηση δεν έχω. «Κάντε ό,τι θέλετε και το κρίμα στο λαιμό σας!»
Ολίγα λόγια για το story… Ο Στέφανος, φοιτητής Ιατρικής στην Πάτρα, κούκλος, πανέξυπνος, καλό παιδί και ολίγον εγωπαθής γιατί πέρασε στην πιο γαμάτη σχολή, τα έχει με την Ελβίρα (καλά στο χωριό της Ευγενία την έλεγαν, αλλά τώρα ο μέλλων γιατρός Στέφανος μπορεί να τα έχει με μια ταπεινή πλην τιμία, Ευγενία;;;), φοιτήτρια της basse classe Παιδαγωγικής. Τα παιδιά είναι φουλ ερωτευμένα, ξεσαλώνουν σ’ένα φοιτητικό πάρτυ, ο  Άγης (έτερος συμφοιτητής) φιλάει παθιασμένα παρά τη θέλησή της την Ελβίρα, τους κάνει τσακωτούς ο Στέφανος και ναι! Έρχεται η κακιά η ώρα και ο Στέφανος καθαρίζει με τη μια τον Άγη. Κι όταν λέμε τον καθαρίζει, εννοούμε τον καθαρίζει με μαχαίρι κανονικόν, όχι με τρύλετ, άβα κι άλλα σαπουνοειδή… Κι έτσι επιβεβαιώνεται και το λαϊκόν άσμα «εκείνος στο χώμα κι ο έτερος στη φυλακή…)
Από εκεί και πέρα, παρακολουθούμε τη ζωή του Στέφανου μέσα στις εγχώριες φυλακές: Αυλώνας, Διαβατά, Κασαβέτεια… Εδώ είναι το ενδιαφέρον σημείο του βιβλίου. Ένα θέμα που δεν το έχουν πιάσει και πολλοί Έλληνες συγγραφείς. Μια ματιά από την ασφάλεια της κλειδαρότρυπας στο σκληρό αυτό κόσμο. Κόσμος σκληρός, βίαιος, «βρώμικος» και βρώμικος αλλά και κρυμμένη ανθρωπιά… Ένας κόσμος που «ευχαριστώ αλλά δεν θέλω να πάρω».
Όμως… αχ αυτό το όμως… Είμαι φίδι απαιτητικόν… όταν διαβάζω, θέλω αυτά που διαβάζω να έχουν μία βάση (εντάξει στα επιστημονικής φαντασίας, πάω πάσο). Η ψυχολογική ανάλυση των ηρώων είναι αλλού γι’αλλού. Εντάξει, αντιλαμβάνομαι πως ο συγγραφέας έτσι ήθελε να βγάλει την πλοκή του αλλά οι πράξεις των ηρώων πρέπει να έχουν και μια λογική… διότι είμαι και φίδι λογικόν… Δεν είναι δυνατόν, ο πατέρας που έχει τον κανακάρη του στα όπα – όπα, με τα πιο ακριβό σπίτι, με όσα χρήματα θέλει, να έχει προπληρώσει και μηνιάτικα ενός χρόνου, με το που γίνεται το φονικό, να εξαφανίζεται και μην τον είδατε τον Παναγή…
Προσοχή γιατί έχω και πολλά spoiler αλλά αδυνατώ να κλείσω το στόμα μου!!!
Δεν γίνεται ο Φώτης Λαμπρινός, ο ήρεμος κι εγκρατής θαμώνας του μπαρ που δουλεύει η Ελβίρα, ο μοναδικός που την υποστηρίζει μπροστά στην άδικη επίθεση του αφεντικού της, αυτός που της προσφέρει μια σίγουρη και αξιοπρεπή δουλειά δίχως να ζητάει ανταλλάγματα, ξαφνικά να γίνεται βίαιος (έτσι χωρίς λόγο και αιτία) και να καταχεριάζει γυναίκα και τέκνα…
Δεν γίνεται, τα παιδιά που έχουν φάει το ξύλο της αρκούδας από τον πατέρα τους, να μην θέλουν να δουν τη μάνα τους και να προτιμούν στον πατέρα τους που τους έχει φτυσμένους τρία ολόκληρα χρόνια και ξαφνικά όλα να είναι μια χαρά…
Όχι ρε φίλε, δεν γίνεται… Εδώ η επιστήμη της ψυχολογίας σηκώνει τα χέρια ψηλά…
Για να μην μιλήσω για τους αναχρονισμούς κι εκείνα τα μικρά λάθη που έχουν ξεφύγει συγγραφέως και επιμελητή… αλλά δεν μπορώ, θα μιλήσω… είναι αδύνατον να κρατηθώ… Είναι να μην ανοίξω το στόμα μου…
1.      Τη σήμερον ημέρα, η φοιτήτρια Ελβίρα αποφάσισε να δει μια ταινία στο βίντεο. Όχι αγόρι μου, δεν υπάρχει φοιτητής τη σήμερον που βλέπει ταινία στο βίντεο (στον υπολογιστή ναι… άντε αν είναι φτωχομπινές στο dvd… μέχρι εκεί όμως…)
2.      Πήγε η μάνα του Στέφανου να βάλει συνδικαιούχο το γιο της στον τραπεζικό λογαριασμό (για να μπεις συνδικαιούχος πλέον, χρειάζεται υπογραφές, ταυτότητες… κανείς πλέον δεν σε βάζει μόνος του… αυτά γινόταν τα παλιά τα χρόνια… last years χρυσέ μου…)
3.      Να μην ξαναμιλήσω για τη μάνα του Στέφανου, που τόσων χρονών γυναίκα, με άντρα ναυτικό, δεν είχε ούτε συγγενή, ούτε φίλη, ούτε τίποτα… μα ούτε με μια γειτόνισσα δεν έπινε έναν καφέ;
4.      Να μην μιλήσω για την γκάφα ολκής… Η μάνα πεθαίνει της πείνας γιατί πλέον ο Πανίκος (ο σύζυγος ντε!) δεν της στέλνει λεφτά, η ίδια ξενοδουλεύει και ψωμολυσσάει αλλά όταν πεθαίνει, επιστρέφει ο Πανίκος και ως δια μαγείας βρίσκει στην ντουλάπα την μπιζουτιέρα της γυναίκας του τίγκα στο χρυσαφικό και στις χρυσές λίρες… (αλτσχάιμερ είχε πάθει η γυναίκα και είχε ξεχάσει το τόσο χρυσαφικό;;;)
Τα άλλα ας τα ανακαλύψετε μόνοι σας… Πολύ Ξανθόπουλος τελικά αυτό το βιβλίο κι επειδή ποτέ δεν ήμουν φίδι ξανθοπουλικόν… ένα πεντάρι και πολύ του είναι… (είναι μέρες γιορτινές, ας μην χύσω κι άλλο δηλητήριο…)
 
ΤΟ ΣΗΜΑΔΙ
Μένιος Σακελλαρόπουλος
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2015
Σελίδες 430

Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

Έθιμα ταφής - Hannah Kent



Φαντάσου τώρα να σε λένε Σιγκουρλάουγκ και να μένεις στο Μπρέιδμπόλσταντουρ ή στο Γκιόνγκουσκορντ και να κάνεις παρέα με την  Ίνγκιμπγιεργκ… Πες μου τώρα, πόσο ψυχικά υγιής μπορεί να είσαι, όταν στραμπουλάς τη γλώσσα σου για να φωνάξεις τη φιλενάδα σου για ένα καφέ; Ευτυχώς, που οι βασικοί ήρωες είναι η Άγκνες, ο Νάταν, ο Τότι και η Μαργκρέτ  γιατί μ’αυτά τα ισλανδικά ονόματα, έτοιμο ήμουν να γίνω κόμπος και να πνιγώ από το ίδιο μου το σάλιο… Κι όχι τίποτα άλλο, αλλά υπάρχουν τόσα βιβλία που περιμένουν το δηλητήριό μου…
Η ιστορία του βιβλίου κυλά στην απομονωμένη Ισλανδία των αρχών του 19ου αιώνα. Η Άγκνες έχει καταδικαστεί σε θάνατο επειδή σκότωσε μαζί με δύο άλλους (ας μην λέω τώρα τα ονόματα, κρίμα είναι να πάθω και τίποτα) δύο άντρες (τον Νάταν και τον Πέτουρ, αν δεν κάνω λάθος…) Μέχρι όμως να γίνει η εκτέλεση, (επειδή στην Ισλανδία, έχουν το χιόνι να σε θάβουν, τι να τις κάνουν τις φυλακές;) στέλνουν τη μελλοθάνατη στο σπίτι ενός νομαρχιακού υπαλλήλου με μια γυναίκα που φτύνει αίμα (μεταφορικώς και κυριολεκτικώς) και με δυο κόρες της παντρειάς. Ποιος σώφρων άνθρωπος όμως θα ήθελε τη φόνισσα στο σπίτι του; Κι επειδή η Ισλανδία του 19ου ήτο και χώρα άκρως θρησκευόμενη, και κρίμα να πάει η φόνισσα αμετανόητη στον Άγιο Πέτρο, την αφήνουν να επιλέξει τον παπά που θα τη νουθετεί, τον Τότι.
Δεν χρειάζεται να έχεις IQ 235 για να αντιληφθείς ότι οι σχέσεις μεταξύ Άγκνες (της καταδικασμένης εις θάνατον), της οικογένειας που υποχρεώνεται να την φιλοξενήσει και του γύρω περιβάλλοντος, περνάνε από χίλια μύρια κύματα. Από την πλήρη απαξίωση και τον φόβο μέχρι τη συμπόνοια και τη φιλία.
Είναι ένα μυθιστόρημα πνιγηρό… Πνιγηρό απ’όλες τις απόψεις… Η Ισλανδία είναι ένα μέρος απομονωμένο… κι όταν έρχεται ο χειμώνας «φυλακίζεσαι» στο παγωμένο σου το σπίτι… Πνιγηρό γιατί η συγγραφέας σ’αρπάζει από το λαιμό και σε πνίγει… Ένα βιβλίο γεμάτο αγωνία κι ας ξέρεις το τέλος από την πρώτη κιόλας σελίδα. Δεν υπάρχει περίπτωση η Άγκνες να σωθεί… Ώρες – ώρες ο κόμπος στο λαιμό γίνεται δυσβάστακτος (όχι απλός σταυρόκομπος αλλά καντηλίτσα ολάκερη) κι όσο τράβαγε η ιστορία, τόσο εκείνος μ’έσφιγγε. Ανάσα δεν μπορούσα να πάρω…
Υπάρχουν τα κομμάτια της αφήγησης και τα κομμάτια όπου μιλάει η ίδια η Άγκνες… και βλέπεις την κορύφωση των συναισθημάτων λίγο πριν το προδιαγεγραμμένο τέλος…
Ομολογώ πως είμαι πολύ τυχερόν σκορόφιδον που η μητέρα μου δεν είχε κάποιον εραστή από την Ισλανδία να γεννηθώ κι εγώ φίδι κατεψυγμένον. Η περιγραφή της συγγραφέως για την άγνωστη αυτή ευρωπαϊκή χώρα σε συνδυασμό με τις περιγραφές της καθημερινής ζωής (από σφάξιμο προβάτων μέχρι καταπότια για το κρύωμα) είναι μοναδική. Τόσο μοναδική που με έπεισε πως είμαι φίδι μεσογειακόν και έτσι θέλω να παραμείνω μέχρι τέλους…
Η υπόθεση του βιβλίου βασίζεται στην αληθινή ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ (φτου σκουληκομυρμηγκότρυπα!!!) της τελευταίας γυναίκας που εκτελέστηκε στην Ισλανδία (οι Ισλανδοί ως απόγονοι Βίκινγκ χρησιμοποιούσαν πέλεκυ κι όχι την δημοκρατική γκιλοτίνα μπρρρ!)
Δεν υπάρχει περίπτωση ν’αφήσετε αυτό το βιβλίο αδιάβαστο 9/10 ασυζητιτί!!!

Extra bonus σήμερα γιατί είμαι στις καλές μου…. Ένεκα εορτών που πλησιάζουν…
(3 μίνι αποσπασματάκια από το βιβλίο…)

Απόσπασμα 1ο:
«Η Λάουγκα την είχε ρωτήσει αν υπήρχε κάποιο εξωτερικό φανερό σημάδι που να δείχνει ότι κάποιος άνθρωπος είναι κακός – ότι το Κακό μπορεί να τον σπρώξει ως τον φόνο. Σημάδι του Διαβόλου: ένα λαγώχειλο, ένα στραβό πεταχτό δόντι, μια κρεατοελιά, κάποιο μικρό ελάττωμα, να το βλέπουν όλοι. Κάτι σαν προειδοποίηση, ένας τρόπος να καταλαβαίνει κανείς. Για να μπορούν να φυλάγονται οι καλοί άνθρωποι. Η Μαργκρέτ είχε πει όχι, όλα αυτά ήταν προκαταλείψεις. Μα δεν την είχε πείσει τη Λάουγκα».

Απόσπασμα 2ο:
«Μα πώς μπορεί κανείς να αλλάξει το σχήμα του χεριού του;» γέλασα εγώ.
«Άμα το ακουμπήσει σε ένα άλλο χέρι, Άγκνες».

Απόσπασμα 3ο:
«Έπρεπε, λοιπόν, να χαίρεται κανείς τις λιακάδες, όσο υπήρχαν. Για ν’αντέχει καλύτερα τη λάσπη και το κρύο που δεν αργούσαν να ‘ρθουν».

ΕΘΙΜΑ ΤΑΦΗΣ
Hannah Kent
Εκδόσεις Ίκαρος, 2014
Σελίδες 420



Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2015

Κύματα του Βοσπόρου - Μαίρη Μαγουλά








Μόλις τελείωσα το "Κύματα του Βοσπόρου" της Μαίρης Μαγουλά…
Πρώτο της βιβλίο στο κουρμπέτι, όμως δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει από άλλα που υποτίθεται πως έχουν γραφεί από σύγχρονους τιτάνες της λογοτεχνίας…
Μυθιστόρημα με ολίγον απ’όλα… Ολίγον ιστορία, ολίγον έθιμα εποχής, ολίγον έρως, ολίγον δυστυχία… κι όλα αυτά τα «ολίγον» κάνουν ένα πολύ βαρβάτο μυθιστόρημα…
Η συγγραφέας φαίνεται πως το ‘χει ψάξει το πράμα… και τα ιστορικούλια της έχει, και το κοινωνιολογικό της το έχει και τους πολλούς τους ήρωες τους έχει…
Κι ενώ έχει όλα όσα χρειάζεται ένα βιβλίο για να γίνει top, κάπου κάτι χάνεται…
Κάτι με χάλασε… το ‘ψαξα (γιατί είμαι και πολύ ψαγμένο σκορόφιδο) και βρήκα το γιατί…
Το βιβλίο μέσα έχει απίθανες ιστορίες… μία και μία… 
ΠΡΟΣΟΧΗ! Ακολουθεί ολίγον spoiler (όχι πολύ, ίσα που πατάει η γάτα...)
Ο Κενάν που γίνεται Αβεντίζ μετά Ρωμανός και μετά ξανά μανά Κενάν χωρίς να ξέρει γιατί διάλεξε αυτό το όνομα…
Η Βασιλική που παρατά μάνα, πατέρα, αδελφές και ξενιτεύεται στη Μασσαλία για το χατίρι ενός περιζήτητου γαμπρού που της βγαίνει στην πορεία ένας μπατίρης συφιλιδιάρης (και να σου τώρα και παντρεμένη και παρθένα)… Ούτε στον χειρότερο εχθρό μου!
Η Ευρυδίκη που αν και ταλαιπωρημένη από μάνα και ζωή, το ‘απαγορευμένο κοκό’ της άρεσε και να σου ‘την μ’ένα παιδί άνευ πατρός κι ύστερα να λιγουρεύεται και τον αγριάνθρωπο τον Σταύρακα (κι έμεινε κι αστεφάνωτη)…
Ο Αλέξανδρος, καλλιτέχνης ολκής, που για τη χάρη ενός έρωτα πετάει στην άκρη έναν άλλον έρωτα που πνίγεται στα κύματα του Βοσπόρου…
Και… και… και… κι άλλες ιστορίες… όλες μία και μία σας λέω…
Όμως, η συγγραφέας ήθελε μάλλον να τις χωρέσει όλες σ’ένα βιβλίο… Πού να χωρέσουν κορίτσι μου όλα αυτά τα υπέροχα μέσα σε περίπου 600 σελίδες;;; Πώς εγώ το κακόμοιρο το σκορόφιδο να προλάβω να συμπονέσω την Ευρυδίκη και να κλάψω μαζί της; Πώς η αφεντομουτσουνάρα μου να μισήσει μέχρι τα βάθη της ψυχής της το γιατρό τον Κοντολέων;
Άφησε μερικές ιστορίες στην άκρη (κράτα τες για ένα άλλο βιβλίο) κι ανέπτυξε δυο – τρεις, να τις χορτάσω και να τις απολαύσω… μην μου δίνεις το υπέροχο πιάτο με τους μεζέδες και μετά μου το παίρνεις πίσω…
Ναι… ήθελα λιγότερες ιστορίες και περισσότερο ανάπτυξη σ’ αυτές που θα έμεναν… γιατί κάπου – κάπου χανόμουν… όλα αυτά τα ονόματα… όλες αυτές οι ιστορίες που πολλές φορές ήταν ασύνδετες μεταξύ τους…
Όμως… είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί… δεν κλαις τα λεφτά σου… κι όταν σκέφτεσαι κιόλας πως είναι το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως… βουρ στο ψητό!!!

Βαθμολογία: Μουμπλε... Μουμπλε... 7,5  
(και ως πρωτοεμφανιζόμενη, μπορεί το 0,5 να πάει υπέρ του συγγραφέως...)

ΚΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ
Μαίρη Μαγουλά
Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2015
Σελίδες 640




Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

Η ματζίκα της αγάπης - Πασχαλία Τραυλού



Αυτό το βιβλίο από τότε που το είδα στους πάγκους των βιβλιοπωλείων, με χαλούσε αφόρητα ο τίτλος του… «Η ματζίκα της αγάπης». Εγώ μόνο μια ματζίκα ήξερα, τη Ματζίκα Ντε Σπελ στα «μίκυ μάους» που διάβαζα… Είναι τώρα βιβλίο αυτό για διάβασμα… κι αυτό «της αγάπης» που το βάζεις βρε κυρά μου…
Με τα πολλά, με τα λίγα, να μετά από τόσα χρόνια που το βρήκα σε προσφορά και βρέθηκε στα ράφια της βιβλιοθήκης μου.
Εν τάχει η ιστορία, είναι η ιστορία μιας Τσιγγάνας που έχει κληρονομήσει το χάρισμα. Ποιο είναι το χάρισμα; Να βλέπει το μέλλον… σε οράματα, στα χαρτιά, στον καφέ, στ’άστρα… σ’ό,τι κινείται και σ’ό,τι δεν κινείται… και να διαβάζει τις σκέψεις… και να φτιάχνει μαντζούνια. Μ’αυτό το χάρισμα λοιπόν πορεύεται στη ζωή της, που το κρύβει από τους κοινούς θνητούς, όχι όμως κι από τον κολλητό παπά της, τον παπα – Ισίδωρο που μάχεται να την βάλει στο δρόμο του Θεού, εκείνη όμως μια μπαίνει, μια βγαίνει. Η ίδια, άσχημη ως θηλυκή Κουασιμόδος (ίσως και πιο άσχημη) δεν τραβάει τους άντρες σαν μαγνήτης, όμως μάχεται για την αγάπη των αγαπημένων της κι ενίοτε φτιάχνει και το μαντζουνάκι της… Οι συνέπειες μάλλον εν τέλει καταστροφικές…
Στο δια ταύτα τώρα… Η γλώσσα εντάξει ψαγμένη… άκρως λογοτεχνική… όμως μερικές φορές η συγγραφέας από την ανάγκη της να μας δείξει πως ξέρει να χειρίζεται την ελληνική γλώσσα το παρατραβάει… Προτάσεις πλεγμένες σαν περικοκλάδες, παράγραφος και πρόταση… κι εκείνο το ρήμα «μωρώξει»… Έλεος! Πού στο καλό, το ανακάλυψε τούτο το ρήμα;;;
Όμως, καθώς το διαβάζετε χρειάζεται να έχετε μαζί της κι ένα μαρκαδόρο underliner… άντε αν είστε πιο λούμπεν τύποι, ένα απλό μολυβάκι. Πολλές φράσεις αξίζει να υπογραμμιστούν, να διαβαστούν ξανά και ξανά… έχει μηνύματα που αξίζει… Love them!!!
Ωραία ιστορία, μεταφυσικό λατρεμένο στοιχείο, αλλά ώρες – ώρες τραβηγμένη από τα μαλλιά. Ιδίως στο τέλος… και πολύ θανατικό βρε παιδί μου… μα πολύ θανατικό… είπαμε να μην έχουμε happy end αλλά cool βρε παιδάκι μου, άφησε και κανέναν άνθρωπο να ζήσει και να ευτυχήσει. Εντάξει, είμαι λίγο spoiler, αλλά δεν τα αποκάλυψα κι όλα…
Εν κατακλείδει, το ζουμερέ που λέμε λοιπόν, η βαθμολογία:
«Ματζίκα της αγάπης»: seven points, sept points!

Η ΜΑΤΖΙΚΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Πασχαλία Τραυλού
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2005
Σελίδες 576

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Σιντάρτα - Έρμαν Έσσε



«Καλά δεν έχεις διαβάσει Έσσε;», με ρώτησε η φίλη μου, λέμε τώρα, καρακάξα και με κοίταξε μ’ένα βλέμμα γεμάτο απαξίωση.
Έτοιμο ήμουν να βγάλω τη γλώσσα μου, να συρίξω και να χώσω τα δόντια μου και να την δαγκώσω, να το βουλώσει μια και καλή, έλα όμως που δεν είχα διαβάσει Έσσε και δεν ήξερα πως έπρεπε να συμπεριφερθώ.
«Όχι, δεν έχω διαβάσει. Δεν το ‘χω με τους Γερμανούς. Ένα ολοκαύτωμα, δυο παγκόσμιοι πόλεμοι, τρία μνημόνια δεν…», μουρμούρισα μετά βίας μέσα από τα δόντια μου και σύρθηκα πάραυτα στο κοντινότερο βιβλιοπωλείο να βρω τον πρώτο Έσσε που θα ‘πεφτε στο κεφάλι μου.
«Σιντάρτα», λοιπόν… Ένα ινδικό παραμύθι ως υπότιτλος. Ξεκινώ λοιπόν, με βαριά καρδιά και άκρως προκατειλημμένο. Όχι, αποκλείεται ένας Γερμανός να έχει πνεύμα. Τι κι αν πήρε το Νόμπελ; Μήπως δεν ξέρουμε τις κλίκες και τα μέσα που δίνονται όλα τα βραβεία; Σ’εμάς τώρα;
Διαβάζω την πρώτη σελίδα, εντάξει λέω… «σιγά τα ωά». Μεγάλες προτάσεις, κάτι λυρικές περιγραφές, μπερδεμένο λεξιλόγιο… Εντάξει ρε μεγάλε, καταλάβαμε… Και συνεχίζω γιατί εκτός από φίδι φαρμακόγλωσσο, είμαι και φίδι καταναγκαστικόν. Δεν αφήνω βιβλίο στη μέση.
Τι κόλλημα έπαθα φίλε μου; Πόσα νοήματα ζωής μέσα σε τόσες λίγες σελίδες; Μετά από αυτό το βιβλίο, σίγουρα δεν είμαι το ίδιο φίδι. Άλλαξα φιδοπουκάμισο, φοβάμαι πως έγινα καλύτερο φίδι, πιο ανεκτικό, πιο αγαπησιάρικο, πιο σοφό… Θε Μου, πώς θα δαγκώνω τώρα;
Ο νεαρός Σιντάρτα, παρέα με το φίλο του, τον Γκοβίντα, εγκαταλείπει πατέρα, φυλή, πατρίδα σε αναζήτηση της υπέρτατης αλήθειας. Από γιος βραχμάνου, γίνεται σαμάνος, γνωρίζει την ηδονή με την Καμάλα την εταίρα, παρατάει τα πλούτη για να γίνει περαματάρης, γνωρίζει τον άγνωστο γιο του για να τον χάσει… Ω! είναι από τα βιβλία που δεν έχει καμία απολύτως σημασία η υπόθεση. Η ιστορία είναι μόνο το προκάλυμμα για να σου πει όλα όσα έχει να σου πει.
Συμβουλή… Να είστε έτοιμοι για ένα ταξίδι φιλοσοφίας, αναζήτησης, αναγνώρισης του εαυτού σας… Δεν είναι εύκολο πράγμα τούτο… Μόνο αν είστε έτοιμοι να βουτήξετε στα βαθιά, να το διαβάσετε… αλλιώς είναι κρίμα να το κάψετε. Δεν είναι «βαρύ» με την κλασική έννοια του όρου… Πιστεύω, θέλω να πιστεύω, πως μπορεί να διαβαστεί σχεδόν από όλους, αρκεί να είναι έτοιμοι, με ανοιχτό μυαλό και ακόμα περισσότερο, ανοιχτή καρδιά. Και να έχετε δίπλα σας ένα φωσφορούχο μαρκαδόρο… για να υπογραμμίζετε… ξανά και ξανά…
Δες λοιπόν, που κι οι Γερμανοί βγάζουν μυαλά… και τι μυαλά!!! Μετά απ’όλα αυτά αντιλαμβάνεστε, πως είναι ένα βιβλίο που πέρα από συγκρίσεις και από βαθμολογία.
100 /10 λοιπόν, γιατί κάποια βιβλία, κάποιοι συγγραφείς έχουν φτάσει μακριά… πολύ μακριά…

Υ.Γ. Θέλω να σας βάλω χιλιάδες αποσπάσματα από το βιβλίο, αλλά αν τα διαβάσει κανείς απομονωμένα, χάνουν την αξία τους. Είναι τόσο ωραία δεμένα με την ιστορία και την υπόθεση του βιβλίου, που ακόμα κι εγώ το φαρμακόγλωσσο φίδι, δαγκώνω τη γλώσσα μου και δεν τα βάζω μόνα τους για να μην χάσουν τη μαγεία τους.

Υ.Γ. 2 Τελικά και οι καρακάξες καμιά φορά έχουν δίκιο. Δες τώρα που της χρωστάω ευγνωμοσύνη που μου γνώρισε τον χερ Έσσε…

ΣΙΝΤΑΡΤΑ
Έρμαν Έσσε
Εκδόσεις Καστανιώτη, 2006
Σελίδες 166


Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Έρως ανίκατε μάσαν - Αύγουστος Κορτώ

Λοιπόν… το κορτώπουλο μου αρέσει… όχι με πατάτες και μουστάρδα στο φούρνο αλλά σε βιβλίο ωγκρατέν, όταν είμαι ξαπλωμένο στο κρεβάτι μου… ενίοτε και διαβάζοντας τις αναρτήσεις του στο fb… αν και τελευταία μ’έχουν κουράσει οι συνεχείς αναφορές του σε φαγητό και μερέντες… οκ, τα εμπεδώσαμε, πάμε παρακάτω…
En tout cas, αυτά είναι προσωπικά, δεν τα σχολιάζω… Πήρα το βιβλίο με μεγάλες προσδοκίες ομολογώ… είχα διαβάσει διάφορα, είχα ακούσει κι από φίλη – αναγνώστρια που εκτιμώ τη γνώμη της ότι κατουρήθηκε στο γέλιο μπροστά στον κόσμο (και που να βρει η καημένη πάνα ακράτειας μες στο καφέ), μ’αρέσει κι εμένα το βιτριολικό του χιούμορ, είπα ‘εδώ είμαστε… επιτέλους θα γελάσει το χειλάκι μας…’. Στο κάτω – κάτω, ευθυμογραφήματα είναι αυτά…
Όμως… δεν ξέρω… δεν… δεν...
Αισθάνθηκα σαν να εκβιάζεται το γέλιο ή το χαμόγελό μου… σαν να πρέπει να γελάσω από υποχρέωση… τα αστεία μου φάνηκαν χοντροκομμένα και μόνο σε ελάχιστα σημεία βρήκα εκείνο το λεπτό έξυπνο χιούμορ που εισχωρεί μέσα σου… Για όσους τον παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια φανατικά, μου φάνηκαν αναμασημένες ιστορίες, όπου όταν δεν μας βγαίνει το γέλιο χώνουμε κι ένα σκατό ή μια κουράδα κι όλα είναι ωραία… Τα αστεία πιότερο επιθεώρηση του Σεφερλή μου θύμισαν παρά αθάνατη ελληνική κωμωδία.
Υπήρχαν μικρά κομμάτια που χαμογέλασα κι ακόμα λιγότερα που γέλασα… όμως ήταν λίγα… γι’αυτό το λόγο τελικά, αντί να το καταβροχθίσω το βιβλίο, το άφησα πάνω στο πλυντήριο στην τουαλέτα κατά την αφόδευση… κάθε σκατό κι ένα κεφάλαιο…
Ως σκορόφιδο λοιπόν, είμαι ίσως λίγο σκληρό… είμαι ίσως λίγο αυστηρό στην κριτική μου… έτσι συνήθως συμβαίνει όταν ο άλλος ανεβάζει τον πήχη ψηλά… όταν επιζητάς το γέλιο και τελικά εκείνο σε προδίδει…
Ίσως πάλι εγώ να είμαι στραβό… όταν χάρισε σε τόσον κόσμο το γέλιο κι εγώ δεν μπόρεσα να γελάσω… πάντως ως skorofido μετά βίας γέλασα…
Για τα δικά μου γούστα, επειδή πρέπει να βάλω κι ένα βαθμό, ένα 6/10 νομίζω πως είναι υπεραρκετό… (κι αυτό γιατί το συγγραφικό του παρελθόν, τον εξιλεώνει...)
ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΣΑΝ
Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Πατάκη, 2015
Σελίδες 264

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Το μυστικό του Λεβάντε - Στέφανος Λίβος



Πολλά μυστικά πέσανε τελευταία στην πιάτσα… «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», «Το μυστικό της καταιγίδας», «Το μυστικό της κοντέσας Βαλέραινας»… και δεν ξέρω κι εγώ πόσα άλλα μυστικά… Ε αφού όλοι έχουν μυστικά, πάρε και «Το μυστικό του Λεβάντε» του πρωτοεμφανιζόμενου Στέφανου Λίβου.
Ε! λοιπόν! Τα μυστικά είναι ωραία τελικά… «Το μυστικό του Λεβάντε» είναι ένα κατά βάση ιστορικό μυθιστόρημα που αφορά τη Ζάκυνθο, κυρίως κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Εντάξει, δεν λέω… υπάρχουν και αναφορές πιο παλιά, όπως στα τέλη του 19ου αιώνα, μαθαίνουμε και για το ‘Libro d’Oro’ και για την επανάσταση των Ποπολάρων και διάφορα άλλα ιστορικά καλούδια από το Φιόρο του Λεβάντε.
Βασικός ήρωας ο Παντελής, ο οποίος μας αφήνει χρόνους σε μεγάλη ηλικία κι όπως είναι φυσικό έρχεται η μεθεπόμενη γενιά να ‘σώσει τα σπασμένα’. Ο εγγονός Παντελής  πάει στην κηδεία του παππού στη Ζάκυνθο, ο οποίος παρεπιπτόντως σαν έφυγε από το νησί έριξε μαύρη πέτρα κατάμαυρη πίσω του και δεν ξαναγύρισε, κι εκεί βρίσκεται, θέλοντας και μη, μάλλον θέλοντας, να μαθαίνει την ιστορία του παππού του και κατ’επέκταση της οικογένειας του. Και μαζί με την ιστορία του παππού (δια στόματος θείας Ελπίδας), τσουπ! να σου την και η ιστορία της Ζακύνθου.
Κόντηδες, ποπολάροι, νόθα, Ιταλοί και Γερμανοί, Εβραίοι και αντιστασιακοί, όλοι παρελαύνουν από τις σελίδες του βιβλίου. Η γλώσσα ωραία, μεστή και σε κάποια σημεία το ζακυνθινό ιδίωμα που το λάτρεψα… που ήταν τόσο – όσο για να μην αρχίσεις μετά να βλαστημάς την ώρα που δεν γεννήθηκες ζακυνθινός…
Κι αν υπήρξαν κάποια σημεία, στα οποία είπα ‘ωραία ιστορία, ωραία γραφή, αλλά ήθελα περισσότερο συναίσθημα’, ήρθε το τέλος και μ’αποζημίωσε με μια καταιγίδα δακρύων κι έδεσε το γλυκό.
Αξίζει να το διαβάσετε… έχει κι ιστορία, έχει κι έρωτα, έχει και πόλεμο, έχει και μερικά ωραία ‘τσιτάτα’ που υπογράμμισα φιλοσοφικών αναζητήσεων.
Βαθμολογία: Θα του βάλω ένα ‘εννιαράκι’ του τύπου… γιατί κατάφερε και κράτησε το μυστικό μέχρι τέλους… (αν και… τέλος πάντων ας μην πω τις ενστάσεις μου γιατί θ’αποκαλύψω το μυστικό κι εγώ δεν είμαι μαρτυριάρικο!)

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΟΥ ΛΕΒΑΝΤΕ
Στέφανος Λίβος
Εκδόσεις Διόπτρα, 2015
Σελίδες 504

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Άγιος Αγύρτης - Δημήτρης Καμπουράκης




Ο άνθρωπος (ο Καμπουράκης) φαίνεται ότι αγαπά την ιστορία και δια αυτό τον αγαπώ και εγώ… αν και το βιβλίο έχει κυκλοφορήσει πριν αρκετούτσικα χρόνια, δεν είχε πέσει στα χέρια μου. Το βρήκα λοιπόν σε προσφορούλα και μια και μου είχε μείνει αμανάτι το αδιάβαστο, το ξεκίνησα…
Η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή, τα γεγονότα επίσης, τα πρόσωπα ακόμα περισσότερο. Εκεί γύρω στα 1850, λίγο πριν και λίγο μετά, ένας καλόγερος, ο επονομαζόμενος Παπουλάκος αλωνίζει την Πελοπόννησο (sorry το Μωριά ήθελα να πω…) Χιλιάδες πιστοί τον ακολουθούν, τον λατρεύουν ως τη μετενσάρκωση του προφήτη Ησαΐα, παθαίνουν  παραλήρημα… κι αυτός τους ξεσηκώνει με τους λόγους του κατηγορώντας σθεναρά τον «λουθηροκαλβινιστή» βασιλιά Όθωνα και την αμαρτωλή Ιερά Σύνοδο… Τα πράγματα σοβαρεύουν, εμφύλια διαμάχη εν όψει και…

Λοιπόν, προσωπικά μου αρέσει πολύ η ιστορία και κατά συνέπεια μου αρέσουν πολύ και τα ιστορικά μυθιστορήματα… Όμως, τούτο δεν ήταν ιστορικό μυθιστόρημα… να τα ξεχωρίζουμε αυτά… ήταν ξεκάθαρη ιστορία… δεν υπήρχε μυθιστορηματική πλοκή, δεν υπήρχαν μυθιστορηματικά πρόσωπα… καθαρή πιο καθαρή δεν υπάρχει ιστορία ως ευρύ λαϊκό ανάγνωσμα…
Τούτο δεν είναι κατ’ανάγκη κακόν… Προσωπικώς, έμαθα πολλά για εκείνη την εποχή, γνώρισα τον Παπουλάκο που ιδέα δεν είχα γι’αυτόν και πέρασα ευχάριστα την ώρα μου… Στα μείον του βιβλίου (να μην βρω μείον το αθεόφοβον) οι πολλές κατ’εμέ επαναλήψεις… Θεωρώ πως κάποια πράγματα ειπώθηκαν και μια και δυο και τρεις και δεκατρείς φορές… Ε! κύριε επιμελητά! Δεν τα είδατε τούτα;;;
Για όσους λατρεύουν την ιστορία, το προτείνω ανεπιφύλακτα…
Για όσους πάλι βγάζουν σπυθουράκια μόνο στο άκουσμά της, ας το αφήσουν καλύτερα το βιβλίο γιατί θα πάθουν αλλεργικό σοκ…

Κι επειδή πρέπει να βάλω και το βαθμουλάκο μου (κατά το παπουλάκο μου), ένα 9/10 από μένα με πολλή αγάπη…

ΑΓΙΟΣ ΑΓΥΡΤΗΣ
Δημήτρης Καμπουράκης
Εκδόσεις Πατάκη, 2009
Σελίδες 364

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Σκορόφιδον, το ταπεινόν





Να 'μαι κι εγώ!!!

Όχι πως με περιμένατε, αλλά έτσι είμαι εγώ... Ξεφυτρώνω εκεί που δεν με σπέρνουν...
Οι καλοί τρόποι συμπεριφοράς λένε πως πρέπει να συστηθώ...
αν και στο σπίτι μας, δεν έμαθα ούτε από καλούς τρόπους ούτε από τρόπους γενικώς...
μόνο να κουλουριάζομαι και να πέφτω για ύπνο έμαθα...
ενίοτε και να διαβάζω... να διαβάζω ό,τι πέφτει στο μάτι μου...
και κατιμά και κουλτούρα και best seller και non seller και ό,τι θες...
Το καλόν σκορόφιδον όλα τα καταπίνει αμάσητα...
Ποίηση (καλά δεν είναι και για χόρταση), ερωτικόν, αστυνομικόν, δράμα, δοκίμιον,
διήγημα, ξένη και ελληνική λογοτεχνία... με λίγα λόγια όποιο άνθος ή ζαρζαβατικό βγάζει ο μπαξές...
Και πως μου 'ρθε μια ωραία πρωία να χρησιμοποιήσω τη μακριά μου γλώσσα...
όχι για να γλείψω συγγραφείς και αναγνώστες...
αλλά για να δαγκώσω... να δαγκώσω ό,τι δεν μου αρέσει στα βιβλία που διαβάζω...
ΚΑΙ PLEASE, σημειώστε σας παρακαλώ:
Πως ό,τι γράφω είναι απλώς μία γνώμη... μία προσωπική γνώμη...
Δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας, δεν έχω περγαμηνές, δεν σημαίνει πως έχω δίκιο...
μια γνώμη μόνο έχω μόνο... και τούτη φαρμακόγλωσση...

Με αγάπη,
το ταπεινόν σκορόφιδον σας