Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Η ιστορία της χαμένης κόρης - Έλενα Φερράντε


«…Όποιος νιώθε ταμένος στις τέχνες και κυρίως στη λογοτεχνία, κρύβει μέσα αυτή την αλαζονεία: δουλεύει θαρρείς και έχει αναλάβει μία αποστολή, μα στην ουσία κανείς δεν του έχει αναθέσει το παραμικρό, ο ίδιος εξουσιοδότησε τον εαυτό του να γίνει συγγραφέας και παρ΄όλα αυτά πικραίνεται όταν οι άλλοι του λένε: Αυτό το βιβλιαράκι που έγραψες δεν με ενδιαφέρει, η αλήθεια είναι ότι το βρίσκω βαρετό, ποιος σου έδωσε το δικαίωμα;…», τάδε έφη Λενού δια χειρός Έλενας Φερράντε, άρα αφού εγώ που δεν είμαι παρά ένας ταπεινός αναγνώστης μια χαρά μπορώ να κρίνω το τελευταίο βιβλίο της τετραλογίας της Νάπολης.
Η Φερράντε ξεκινάει ή μάλλον συνεχίζει την αφήγηση από κει που την είχε αφήσει με το ίδιο ύφος κι εγώ συνέχιζα να την διαβάζω μαγεμένο σαν να παρακολουθούσα την αφήγηση της ζωής μιας γερασμένης κυρίας που μιλάει για κάποια ωραία νοσταλγικά και παλαιικά.
Η Λενού επιστρέφει στη Νάπολη, και μένει κολλημένη με το Νίνο, τόσο εμμονικά κολλημένη που ο τύπος την κοροϊδεύει ασύστολα και κείνη ‘γαμώ τη μόρφωση και την παιδεία της και τη φήμη της, κολλάει σαν γραμματόσημο πάνω του. Κι αρχίζει και φλυαρεί και φλυαρεί και φλυαρεί κι εκεί αρχίζω και χασμουριέμαι ολίγον αλλά είπαμε η αφήγηση είναι αρκετά μαγευτική (είπαμε είναι η ιστορία της γηραιάς κυρίας) και παρά τη φλυαρία, μισοκλείνω τα μάτια, μισοκοιμάμαι, μισοχασμουριέμαι αλλά την παρακολουθώ.
Έχω φτάσει στη μέση του βιβλίου, έχω ήδη αποφασίσει πως θα βαθμολογήσω και τούτο το βιβλίο μ’ένα τεσσαράκι στο Goodreads, μέχρι που τα πράγματα αρχίζουν και περιπλέκονται.
Μπαίνει τώρα και η ιστορία της χαμένης κόρης (όουπς! κάνω εδώ και μένω ολίγον κάγκελο)…
Όμως τα γεγονότα αρχίζουν και τρέχουν γρήγορα, τη Λενού – Φερράντε την έχει πιάσει μια μανία να περνάει τα χρόνια και τις δεκαετίες ασθμαίνοντας, μια αποστασιοποίηση από τις κόρες της, η εμμονή με τη καριέρα της, η φιλία της με τη Λίνα που είναι πάντα εκεί για εκείνη αλλά η Λενού διαπράττει κατ’εμέ τελικά τη μέγιστη προδοσία αδιαφορώντας για την έκκληση της φίλης της… και πλέον έχω φορτώσει τόσο πολύ και το βιβλίο με έχει εκνευρίσει και πλέον δεν έχω καμιά διάθεση να το αγαπήσω…
Προσωπικά, σε όλη την τετραλογία δεν μπόρεσα ποτέ να κρύψω την αδυναμία μου στη Λίνα. Ήταν η ηρωίδα που λάτρεψα. Όμως η Φερράντε φρόντισε να αφήσει με τρόπο απαράδεκτο (δήθεν συγγραφικό τρικ) όλα τα θέματα που αφορούν τη Λίνα ξεκρέμαστα, δίχως να μας δώσει απαντήσεις… του στυλ, σκεφτείτε μόνοι σας τι έγινε… όχι ρε φιλενάδα, δεν θέλω να σκεφτώ μόνο μου… εσύ ξεκίνησες να μου λες μια ιστορία, πες την μου τουλάχιστον σωστά…
Κι επειδή ακούστηκαν πολλά εάν η Φερράντε έγραψε την αυτοβιογραφία της ή ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα της Νάπολης, και στις δύο περιπτώσεις είναι φάουλ…
1.     Εάν ήταν αυτοβιογραφία, δεν με ενδιαφέρει να διαβάσω την αυτοβιογραφία ενός ανθρώπου που δεν ξέρω ποιος είναι (γράψτην ρε φίλε – φιλενάδα, ότι είσαι τέλος πάντων) με το αληθινό σου όνομα…
2.     Εάν γράφεις μυθιστόρημα, φρόντισε να δώσεις απαντήσεις και μην αφήνεις τόσα κενά…
Τέλος πάντων, ακόμα ο θυμός δεν μου έχει περάσει… Αισθάνομαι πως η Λενού – Φερράντε καπηλεύτηκε τη ζωή της ηρωίδας Λίνας και μαζί μ’αυτήν και τις αναγνωστικές μου προσδοκίες…
Κρίμα, γιατί το τέλος αυτής της υποσχόμενης τετραλογίας ήταν απίστευτα λίγο…
Βαθμολογία: 5/10


(πάρτε και μια Νάπολη μετά το σεισμό...)

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΚΟΡΗΣ
Έλενα Φερράντε
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Πατάκη, 2017
Σελίδες 573


Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε – Άντονυ Ντορ

ΟΛΟ ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕΑΝΤΟΝΙ ΝΤΟΡ
Λοιπόν;;; Τι έχουμε εδώ;;; Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έχουμεΒραβειάκι έχουμε (Pulitzer 2015)… και τολμώ να πω, πως έχουμε κι ένα καλό βιβλίοπου παρά τη θεματολογία και τους χαρακτήρες των βασικών ηρώων του, κινδυνεύει να γίνει μελό αλλά δεν γίνεται, ασχέτως που στο τέλος η άσπλαχνη καρδιά μου ράγισε και πλάνταξα στο κλάμαγιατί ως γνωστόν, η καρδιά ενός σκορόφιδου είναι ωσάν την καρδιά ενός μαρουλιού κι όσο την ξεφλουδίζεις τόσο πιο μαλακή και ρομαντίκ κι ευαίσθητη γίνεται
Δυο ορφανάΔυο χώρεςΔυο ιστορίεςΗ Μαρί Λορ, η μικρή ορφανή Γαλλίδα, (please μην την αποκαλείτε όπως έχω δει από δω κι από κει, Γαλλιδούλα, λες και είναι μικρή αέρινη danseuse σταFoliesBergere’) που μεγαλώνει με τον πατέρα της, κλειθροποιό στο επάγγελμα στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Παρισιούμε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: είναι τυφλή  από τα έξι της χρόνια. Από την άλλη ο Γερμανός Βέρνερ, ορφανός από μάνα κι από πατέρα (που τον έφαγε η μαύρη σκόνη του ορυχείου), μεγαλώνει με την αδελφή του, τη Γιούττα (καμία σχέση με την αμερικάνικη πολιτεία), σένα ίδρυμα που διευθύνει η φράου Έλενα, μια υπέροχη γυναίκα από το Στρασβούργο (καμία σχέση με τα ιδρύματα που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στα βιβλία, τουτέστιν ξύλο, κακοποίηση, παραμέληση. Όχι δεν είναι ένας άλλος Όλιβερ Τουίστ). Κι ένα σπάνιο διαμάντι, η «Φλογισμένη θάλασσα» που την κυνηγάει με μένος ένας Γερμανός αξιωματικός μήπως και καταφέρει να νικήσει τον καρκίνο που του κατατρώει τα σωθικά (τότε δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα το δηλητήριο του μπλε σκορπιού, όπως καταλαβαίνετε). Κι ένας πόλεμος
Παρακολουθούμε λοιπόν αποσπασματικά τη ζωή αυτών των δύο παιδιών, κεφάλαιο το κεφάλαιο, λίγο πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, μέχρι την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που παρουσιάζεται η ζωή της Μαρί Λορπουθενά ο συγγραφέας δεν εκβιάζει συναίσθημα λύπησης, δίνει με τόσο εύστοχο τρόπο τις δυσκολίες, τις χαρές, τον τρόπο που ζει ένας τυφλός, που ομολογώ παρά το γεγονός πως έχω διαβάσει αρκετά βιβλία με ήρωες τυφλούς, είναι ίσως η πρώτη φορά που ένιωσα την ηρωίδα. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από τις μυρωδιές και κυρίως την αφή, νομίζω πως ήταν ιδιαίτερα πετυχημένος. Από την άλλη, ο νεαρός Βέρνερ, ταλεντάρα σε ό,τι έχει σχέση με τα ραδιόφωνα, τη ραδιογωνομετρία και την τριγωνομετρία, βρίσκεται να φοιτά σένα από τα επίλεκτα σχολεία των ναζί γιατί θέλει να μην γίνει ανθρακωρύχος σαν τον πατέρα του. Και μεκείνα και με τάλλα, η Μαρί Λορ γίνεται ραδιοπειρατίνα και ο Βέρνερ ο τύπος με το ραδιογωνόμετρο που την κυνηγάει… (εντάξει, δεν ήταν τόσο απλό όπως την εποχή μας που βάζαμε Τερλέγκα στον πειρατικό και μας κυνηγούσε η αστυνομία…)
Τα κεφάλαια είναι μικρά, διαβάζονται γρήγορα, πάντα εναλλάξμια η Μαρί Λορ, μια ο Βέρνερθα μπορούσαν κάλλιστα να διαβαστούν και μόνα τους σαν διηγήματαΣε κάποια σημεία, το βιβλίο πήγαινε αργά, η δράση καθόταν σαν κουρνιαχτός στο Ελ Πάσο, όμως δεν με ενόχλησε καθόλου γιατί θεώρησα πως στον πόλεμο, οι ώρες και οι μέρες κυλούν αργά, κι έτσι κύλησε και η αφήγηση. Ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, ψάξε ψάξε δεν θα το βρεις, όλοι έχουν ένα ανθρώπινο πρόσωπο κι έτσι έφτασα στο τέλος να μην μπορώ να μισήσω κανέναν βαθιά κι ερπετικά(εξαιρούνται οι διοικητές πάσης φύσεως…)
Φαντάζομαι πως ο Ντορ θέλησε να δώσει την ανθρώπινη διάσταση ενός πολέμου, νομίζω πως τα κατάφερεΛάτρεψα μαντάμ Μανέκ, λάτρεψα θείο Ετιέν, λάτρεψα ΦρίντριχΛάτρεψα Γαλλική αντίσταση (Viva la revolucion, ωχ sorry αυτό είναι από άλλο βιβλίο!) … και κυρίως λάτρεψα Saint Malo, το οποίο θα φροντίσω να εντάξω σε κάποιο από τα φυσιοδιφικά μου τουρ

(η πληροφορία της ημέρας: Το 80% του Saint Malo καταστράφηκε - ή μάλλον κάηκε - από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων... Μαντέψτε; Ξαναχτίστηκε, όχι με την ελληνική μέθοδο της αντιπαροχής,
 αλλά κρατώντας την παράδοση της Βρετάνης...)

Βαθμολογία: 9/10 (γιατί η τελική ιστορία με τον Βέρνερ ήταν ολίγον βιαστική και αρπα-κολλατζίδικη, αλλά οκ)
Υ.Γ. Μέσα από μία γύρα σε διάφορες κριτικο-απόψεις, είδα αρκετούςαρκετές που λένεναι μεν αλλά’… Δεν κατάλαβα, τι τους χάλασε τόσο πολύΠροφανώς, ή μαλάκωσα πολύ ή διάγουμε βίους παράλληλους

ΟΛΟ ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ
Άντονυ Ντορ
Μετάφραση: Νίνα Μπούρη
Εκδόσεις Πατάκη, 2016

Σελίδες 637