Κυριακή, 19 Νοεμβρίου 2017

H πόλη που δακρύζει - Σοφία Βόικου


Πήγα βιβλιοπωλείο για ν’αγοράσω Θαφόν και να σκοροφιδιάσω με την ησυχία μου στο Κοιμητήριο των Λησμονημένων Βιβλίων. Θαφόν, σταθερή αξία… όμως δίπλα στον Σέμπερε άνοιξε φαίνεται κι άλλο περίεργο βιβλιοπωλείο… εντάξει ακριβώς δίπλα δεν το λες, λίγο πιο πέρα… στη Βενετία… κι ο βιβλιοπώλης είναι ο σινιόρε Φραντσέσκο με το ξύλινο πόδι ή μήπως τελικά τα ηνία του βιβλιοπωλείου τα κρατάει η Ιρένε, η εγγονή του, γιατί πάντα και παντού τη διαχείριση την έχει μια γυναίκα, έστω και οχτώ χρονών;
Πήρα την «Πόλη που δακρύζει» περισσότερο από περιέργεια και την ξεκίνησα πριν τον αγαπημένο Θαφόν ώστε πρώτα να φάω τη φόλα κι ύστερα να πάω στο δέκα το καλό… Όμως τελικά, φαίνεται πως ούτε εγώ το ψυχρό και το σκληρόπετσο δεν μπόρεσα να αντισταθώ και αγόρασα κι εγώ το κατιτίς μου από αυτό το ιδιότυπο βιβλιοπωλείο…
Βενετία λοιπόν… σε μια εποχή που αργείς να καταλάβεις αν είναι σήμερα ή χθες… σ’ένα μυστηριακό περιβάλλον… Libreria Mystico… ένα βιβλιοπωλείο παράξενο και σουρεάλ… τα βιβλία είναι κρυμμένα κάτω από ένα περιτύλιγμα και δεν βλέπεις μήτε συγγραφέα, μήτε εξώφυλλο μήτε υπόθεση… κι εσύ επιλέγεις με βάση το ένστικτο… και αν είσαι τυχερός και λείπει ο σινιόρε Φραντσέσκο γιατί η υγρασία κάνει τα κόκκαλά του να τρίζουν, τότε ίσως η Ιρένε να σε βοηθήσει να διαλέξεις ένα βιβλίο με άρωμα ευτυχίας κι όχι κάποιο που μυρίζει χαλασμένα φασόλια, προδοσία κοινώς…
Μια πλειάδα ηρώων, ο Πάμπλο που φτιάχνει χειροποίητες βενετσιάνικες μάσκες, ένας γονδολιέρης που μοιάζει με το Χάρο και μια γρια – πόρνη γιατί εδώ που τα λέμε κάθε σοβαρό λιμάνι που σέβεται τη φήμη του έχει και τις πόρνες που του αρμόζουν… Και βιβλία πολλά βιβλία, και το Malleus Malleficarum, ένα βιβλίο καταραμένο και μυστικά που ξεπετάγονται μπροστά σου ξαφνικά, ανοίγεις το ένα και βγαίνει άλλο, σαν ρώσικες κούκλες…
Βρήκα το alter ego μου στον Άντζελο, τον μυστηριώδη γονδολιέρη με το σημαδεμένο πρόσωπο και λάτρεψα τις δυο κουτσομπόλες γριές που μου θύμισαν κάτι σε τρεις Μοίρες αλλά με μία αδελφή λειψή…
Δεν ξέρω που να το κατατάξω το βιβλίο… σίγουρα δεν το λες ρεαλιστικό… σίγουρα δεν είναι ιστορικό… σίγουρα δεν ανήκει στην κατηγορία του φανταστικού… κάπου διάβασα πως κινείται στα πλαίσια του μαγικού ρεαλισμού, μπορεί να είναι κι έτσι, πάντως εμένα κατάφερε και με ταξίδεψε κι εντάξει έχυσα κι ένα δάκρυ…
Θα κρατηθώ και δεν θα κάνω σπόιλερ, υπάρχει πάντως ένα σημείο κάπου στη μέση του βιβλίου που αφορά την Ελιζαμπέτα, τη μητέρα της Ιρένε, που λέω «εντάξει, εκεί το ‘καψες κορίτσι μου… κούλαρε λιγάκι…» κι ετοιμάζομαι να κράξω τη φαντασία της συγγραφέως αλλά μετά έρχεται η ανατροπή, της ανατροπής, ω ανατροπή! Κι όλα έρχονται στη θέση τους…
Ένα βιβλίο γεμάτο quotes, quotes που αφορούν βιβλία κι εγώ αυτά τα αγάπησα, ένα βιβλίο γεμάτο συμβολισμούς και κυρίως ένα βιβλίο ποτισμένο με αγάπη… [εντάξει, ακόμα και η δική μου σκληρή καρδιά λυγάει ώρες – ώρες…]
Το βιβλίο κινείται σε τριτοπρόσωπη γραφή, υπάρχουν όμως κάποιοι μονόλογοι προς το τέλος σε πρώτο πρόσωπο που νομίζω πως ήταν από τα καλύτερα κομμάτια του βιβλίου…
Κι επειδή τον τελευταίο καιρό πολύ παίζει η πολεμική ‘βιβλίο ή e-book, κι επειδή εγώ είμαι και κάποιας ηλικίας και παρά την πρεσβυωπία, μυωπία, υπερμετρωπία και όλα σε –ωπία συνεχίζω κι επιμένω σε classic βιβλίο, viva signore Francesco!
«…Τι τον ενδιέφερε τι θα γινόντουσαν τα βιβλιοπωλεία στο μέλλον; Γιατί άραγε νοιαζόταν για το μέλλον των βιβλίων όταν το δικό του φάνταζε αβέβαιο και σκοτεινό; Εκείνος θα πέθαινε και τα βιβλία του θα ζούσαν, όσο υπήρχε κάποιος με αγάπη παρανοϊκή γι’αυτά όπως ο ίδιος ή ο Ρωμανός. Στην ψηφιακή όμως εποχή, το στίγμα του κάθε βιβλίου θα εξαφανιζόταν. Όλα τα βιβλία θα ζούσαν μέσα σε απρόσωπες, τρεμάμενες οθόνες υπολογιστών, χωρίς τα σημάδια του αναγνώστη πάνω στις σελίδες τους, χωρίς τις σταλαγματιές ενός κεριού που έλιωσε πάνω στο εξώφυλλο, χωρίς τις μουντζούρες ενός απρόσεκτου αναγνώστη, χωρίς τις πυκνογραμμένες σημειώσεις ενός βιβλιόφιλου, χωρίς το ελεεινό τσάκισμα στις γωνίες. Όλα θα ζούσαν και όλα θα ήταν νεκρά γιατί κανείς δε θα έμπαινε στον κόπο να κάνει ένα ξεκαθάρισμα, να κρατήσει μόνο τα βιβλία που είχαν μιλήσει στην ψυχή του, να κληροδοτήσει στους απογόνους του λίγη από τη σοφία των αρχαιοτέρων που είχε στοιχειώσει τα όνειρά του…»
Μ’αυτά και με τ’άλλα ήρθε και η ώρα της βαθμολογίας: 9/10 [το 10αράκι το κρατάω για τον Θαφόν που θα ακολουθήσει… σε κάποιους συγγραφείς η αμεροληψία πάει περίπατο…]

Η ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΔΑΚΡΥΖΕΙ
Σοφία Βόικου
Εκδόσεις Ψυχογιός, 2017
Σελίδες 463





Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Όχθες και κύματα - Ευαγγελία Ευσταθίου


Είναι τίγκα στα σπόιλερ και στις αποκαλύψεις. Εάν συνεχίσετε να διαβάζετε είναι με δική σας ευθύνη…
Είμαι μάλλον σε μια ολίγον ή ίσως και πολύ μίζερη φάση της ζωής μου – συμβαίνει συχνά στα σκορόφιδα γιατί ως γνωστόν το ήμισυ DNA μας είναι εκ του όφεως και το χειμώνα πέφτουμε σε κάποια τοιουντωτρόπω χειμερία νάρκη – και ήθελα κάτι να μου ανυψώσει τη διάθεση. Όλο μου το ‘είναι’ ζητούσε κάτι για έναν έρωτα μεγάλο, κάτι από τις παλιές ένδοξες του παρελθόντος με τα κλασικά Άρλεκιν, αλλά στο πιο σύγχρονο, οπότε στράφηκα στο τελευταίο βιβλίο της Ευαγγελίας Ευσταθίου. Ένα μόνο, έχω διαβάσει στο πολύ παρελθόν, αλλά γενικώς η συγγραφέας θεωρείται η maitre του είδους στην Ελλάδα. Είναι λοιπόν από τις ελάχιστες εκείνες φορές που ξεκίνησα τόσο θετικά διακείμενο για ένα βιβλίο, χωρίς να ενδιαφέρομαι όσες αστοχίες και υπερβολές κι αν συναντούσα. Είχα ανάγκη από έναν έρωτα μεγάλο και σαρωτικό και αφού τέτοιοι έρωτες δεν υπάρχουν στο βασίλειο των σκορόφιδων, why not, ας τον ψάξω κάπου αλλού.
Άφησα λοιπόν την καρδιά μου από πέτρα να γίνει ζελέ (κόκκινο παρακαλώ) και είπα να μην επηρεαστώ από τα κλισέ και τις υπερβολές. Εγώ έρωτα ήθελα να ζήσω και ας είχε και υπερβολές, ας είχε και κλισεδιές… και το θεληματικό πηγούνι το θέλω και το ματσό τον άντρα τον θέλω και τη γυναίκα την ‘παρθενοπιπίτσα’ (καλά αυτή δεν την πολυθέλω αλλά κάνω τα στραβά τα μάτια και την καταπίνω αμάσητη)… Οπότε προσπέρασα το γεγονός πως η γιαγιά είναι εξήντα και η εγγονή εικοσιεπτά (άρα η γιαγιά έγινε γιαγιά στα 33 – γεγονός που συμβαίνει μόνο στους τσιγγάνους τη σήμερον ημέρα…) και δεν είναι αυτό το θέμα μας, το θέμα μας είναι πως η Μάγια, αν και τέρας εξυπνάδας, αριστεύσασα στο Πανεπιστήμιο στην πληροφορική ποτέ δεν έκανε την ερώτηση πως είναι δυνατόν να γίνει μια γιαγιά τόσο νωρίς γιαγιά… Προσπέρασα και το γεγονός πως το Άνδρος – Αθήνα είχε γίνει Παγκράτι – Σύνταγμα ένα πράγμα, πηγαινοέρχονταν τρεις και δέκα την ημέρα οι πρωταγωνιστές, να μην πω για την απίστευτη σκηνή που ανεβαίνει το ζεύγος στη Μερσέντες και οδηγώντας από την ‘Όστρια’ στην Άνδρο φτάνει στην Αθήνα (είπαμε ο έρωτας μέχρι αούτομπαν χτίζει…) Προσπέρασα και το γεγονός πως η Έλλη (φίλη της πρωταγωνίστριας), επίσης 27 και περπατημένη, δεν μπορεί να αργήσει στο σπίτι της γιατί θα πάθουν υστερία οι γονείς της (εντάξει τα κινητά λες και δεν υπήρχαν, εμφανίζονταν μόνο σε κάτι άκαιρες στιγμές ενώ ο Αδριανός βγαίνει μια μικρή πεζοπορία στο νησί και κουβαλάει μαζί του εξοπλισμό βατραχανθρώπων σε αποστολή αλλά το κινητό είναι κάπου – κάπως – κάποτε…) αλλά είπαμε τα προσπερνάω όλα αυτά γιατί έρωτας είναι αυτός και στον έρωτα όλα επιτρέπονται…
Μέχρι που στο δεύτερο μέρος (στα «κύματα» γιατί οι «όχθες» ήταν άγευστες και άνοστες), αρχίζει και λύνεται το μυστήριο…
Τίγκα στο σπόιλερ από δω και κάτω… μην διαβάζετε εάν δεν θέλετε…
και ο Λεωνίδας Καίσαρης έχει κερδίσει ένα 15/χρονο, επιμένω 15/χρονο κορίτσι στον τζόγο, του το παραδίδει ο ίδιος ο πατέρας του κοριτσιού στα χέρια του, κι εκείνος τυφλός από το πάθος, αρχίζει την ερωτική σχέση μαζί του. Ο 40/χρονος με το 15/χρονο… και φυσικά το 15/χρονο μένει έγκυος… και σε όλη την ιστορία αφήνεται να εννοηθεί πως εντάξει δεν τη ‘χάλασε’ και πολύ την 15/χρονη η ιστορία, εντάξει δεν ήταν και τόσο συνηθισμένο αλλά ο 40/χρονος τη φρόντιζε και εντάξει ‘εάν δεν ήθελε να της πάρει το παιδί, όλα μπορεί να ήταν και μια χαρά…’
Λοιπόν, επειδή κάτι τέτοια θέματα, είναι σοβαρά… και δεν πρέπει να παίρνονται ‘ελαφρά τη καρδία’ ιδίως σε βιβλία που τα παίρνεις για να διαβάσεις κάτι ‘ελαφρύ και ευχάριστο’ οπότε σου περνάει υποσυνείδητα η ιδέα ‘έλα μωρέ δεν έγινε και κάτι τρομερό… αφού την αγαπούσε και τη φρόντιζε…’ Δεν μιλάμε για τη σχέση ενός 18/χρονου ή 20/χρονου με μια 15/χρονη, μιλάμε για τη σχέση ενός 40/χρονου με μια 15/χρονη (καραμπαμπάμ αποπλάνηση ανηλίκου)… Προφανώς, η συγγραφέας και οι αναγνώστες που δεν ενοχλήθηκαν από το πόσο απαλά πέρασε αυτή η ιστορία, δεν έχουν δει τα 15/χρονα κορίτσια σε τι χάλι κατεβαίνουν τα σκαλιά μετά την έκτρωση… γιατί κανένα, σχεδόν κανένα 15/χρονο, δεν θέλει να κρατήσει ένα παιδί (ιδίως όταν είναι αποτέλεσμα αποπλάνησης ή βιασμού)… που μοιάζουν με ‘ζαλισμένα κοτόπουλα’ και όχι με ‘παπάκια’… που έρχεται στο μέλλον ο έρωτας, ο χρόνος και το χρήμα και όλα τα επουλώνουν… Ρωτήστε κάποιους από εμάς που ερχόμαστε καθημερινά με έφηβες που έχουν βιώσει τέτοιες καταστάσεις και μετά καθίστε και γράψτε για τις ροζ ιστορίες… λυπάμαι πολύ γιατί ορισμένες φορές στις πιο αγαθές προθέσεις, υπάρχει ο μεγαλύτερος κίνδυνος… δεν θα χαλούσε και τόσο η σούπα της πλοκής, εάν για 15/χρονο έμπαινε ένα 18/χρονο… Μπορεί σε κάποιους να φανώ υπερβολικό όπως πάντα, αφήστε με όμως να έχω μια εμπεριστατωμένη γνώμη… η καθημερινή μου επαφή με κορίτσια που βιώνουν τον ‘παθιασμένο έρωτα’ κάποιου 40/χρονου, δεν έχουν καθόλου το ευχάριστο happy end που παρουσιάστηκε στις ‘Όχθες και τα κύματα’… οι Μαργαρίτες – Μάγιες σπάνια γεννιούνται (μένουν συνήθως στο κρεβάτι ενός χειρουργού) κι αν γεννηθούν, οι μάνες τους δεν τις μεγαλώνουν με αγάπη και υπερπροστασία… τις μεγαλώνουν με θυμό… πολύ θυμό... τις μαθαίνουν την εκδίκηση… και δυστυχώς το τέλος συνήθως δεν είναι η αγκαλιά ενός σούπερ - ντούπερ αρσενικού αλλά η αυτοκαταστροφή...
Καλός και ο αλτρουισμός αλλά κάποια πράγματα δεν είναι για να παίζουμε… κι επειδή αν συνεχίσω, θα χάσω τελείως τον ειρμό της σκέψης μου… πριν αποφασίσετε να γράψετε ή να διαβάσετε τόσο ωραίες ιστορίες για τη σχέση ενός 40/χρονου με μια 15/χρονη και το ευτυχισμένο αποτέλεσμά της, ένα ευτυχισμένο παιδί, ελάτε ένα Σάββατο πρωί σε μια μαιευτική κλινική… μόνο που δεν θα ακούσετε τα ευτυχισμένα κλάματα μωρών που γεννήθηκαν αλλά τους οδυρμούς των 15/χρονων για το βίαιο ξεριζωμό της αθωότητας τους…
Βαθμολογία: οκ, τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται…

ΟΧΘΕΣ ΚΑΙ ΚΥΜΑΤΑ
Ευαγγελία Ευσταθίου
Εκδόσεις Λιβάνης, 2017
Σελίδες 672

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Η ιστορία της χαμένης κόρης - Έλενα Φερράντε


«…Όποιος νιώθε ταμένος στις τέχνες και κυρίως στη λογοτεχνία, κρύβει μέσα αυτή την αλαζονεία: δουλεύει θαρρείς και έχει αναλάβει μία αποστολή, μα στην ουσία κανείς δεν του έχει αναθέσει το παραμικρό, ο ίδιος εξουσιοδότησε τον εαυτό του να γίνει συγγραφέας και παρ΄όλα αυτά πικραίνεται όταν οι άλλοι του λένε: Αυτό το βιβλιαράκι που έγραψες δεν με ενδιαφέρει, η αλήθεια είναι ότι το βρίσκω βαρετό, ποιος σου έδωσε το δικαίωμα;…», τάδε έφη Λενού δια χειρός Έλενας Φερράντε, άρα αφού εγώ που δεν είμαι παρά ένας ταπεινός αναγνώστης μια χαρά μπορώ να κρίνω το τελευταίο βιβλίο της τετραλογίας της Νάπολης.
Η Φερράντε ξεκινάει ή μάλλον συνεχίζει την αφήγηση από κει που την είχε αφήσει με το ίδιο ύφος κι εγώ συνέχιζα να την διαβάζω μαγεμένο σαν να παρακολουθούσα την αφήγηση της ζωής μιας γερασμένης κυρίας που μιλάει για κάποια ωραία νοσταλγικά και παλαιικά.
Η Λενού επιστρέφει στη Νάπολη, και μένει κολλημένη με το Νίνο, τόσο εμμονικά κολλημένη που ο τύπος την κοροϊδεύει ασύστολα και κείνη ‘γαμώ τη μόρφωση και την παιδεία της και τη φήμη της, κολλάει σαν γραμματόσημο πάνω του. Κι αρχίζει και φλυαρεί και φλυαρεί και φλυαρεί κι εκεί αρχίζω και χασμουριέμαι ολίγον αλλά είπαμε η αφήγηση είναι αρκετά μαγευτική (είπαμε είναι η ιστορία της γηραιάς κυρίας) και παρά τη φλυαρία, μισοκλείνω τα μάτια, μισοκοιμάμαι, μισοχασμουριέμαι αλλά την παρακολουθώ.
Έχω φτάσει στη μέση του βιβλίου, έχω ήδη αποφασίσει πως θα βαθμολογήσω και τούτο το βιβλίο μ’ένα τεσσαράκι στο Goodreads, μέχρι που τα πράγματα αρχίζουν και περιπλέκονται.
Μπαίνει τώρα και η ιστορία της χαμένης κόρης (όουπς! κάνω εδώ και μένω ολίγον κάγκελο)…
Όμως τα γεγονότα αρχίζουν και τρέχουν γρήγορα, τη Λενού – Φερράντε την έχει πιάσει μια μανία να περνάει τα χρόνια και τις δεκαετίες ασθμαίνοντας, μια αποστασιοποίηση από τις κόρες της, η εμμονή με τη καριέρα της, η φιλία της με τη Λίνα που είναι πάντα εκεί για εκείνη αλλά η Λενού διαπράττει κατ’εμέ τελικά τη μέγιστη προδοσία αδιαφορώντας για την έκκληση της φίλης της… και πλέον έχω φορτώσει τόσο πολύ και το βιβλίο με έχει εκνευρίσει και πλέον δεν έχω καμιά διάθεση να το αγαπήσω…
Προσωπικά, σε όλη την τετραλογία δεν μπόρεσα ποτέ να κρύψω την αδυναμία μου στη Λίνα. Ήταν η ηρωίδα που λάτρεψα. Όμως η Φερράντε φρόντισε να αφήσει με τρόπο απαράδεκτο (δήθεν συγγραφικό τρικ) όλα τα θέματα που αφορούν τη Λίνα ξεκρέμαστα, δίχως να μας δώσει απαντήσεις… του στυλ, σκεφτείτε μόνοι σας τι έγινε… όχι ρε φιλενάδα, δεν θέλω να σκεφτώ μόνο μου… εσύ ξεκίνησες να μου λες μια ιστορία, πες την μου τουλάχιστον σωστά…
Κι επειδή ακούστηκαν πολλά εάν η Φερράντε έγραψε την αυτοβιογραφία της ή ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα της Νάπολης, και στις δύο περιπτώσεις είναι φάουλ…
1.     Εάν ήταν αυτοβιογραφία, δεν με ενδιαφέρει να διαβάσω την αυτοβιογραφία ενός ανθρώπου που δεν ξέρω ποιος είναι (γράψτην ρε φίλε – φιλενάδα, ότι είσαι τέλος πάντων) με το αληθινό σου όνομα…
2.     Εάν γράφεις μυθιστόρημα, φρόντισε να δώσεις απαντήσεις και μην αφήνεις τόσα κενά…
Τέλος πάντων, ακόμα ο θυμός δεν μου έχει περάσει… Αισθάνομαι πως η Λενού – Φερράντε καπηλεύτηκε τη ζωή της ηρωίδας Λίνας και μαζί μ’αυτήν και τις αναγνωστικές μου προσδοκίες…
Κρίμα, γιατί το τέλος αυτής της υποσχόμενης τετραλογίας ήταν απίστευτα λίγο…
Βαθμολογία: 5/10


(πάρτε και μια Νάπολη μετά το σεισμό...)

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΑΜΕΝΗΣ ΚΟΡΗΣ
Έλενα Φερράντε
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Πατάκη, 2017
Σελίδες 573


Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Όλο το φως που δεν μπορούμε να δούμε – Άντονυ Ντορ

ΟΛΟ ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕΑΝΤΟΝΙ ΝΤΟΡ
Λοιπόν;;; Τι έχουμε εδώ;;; Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έχουμεΒραβειάκι έχουμε (Pulitzer 2015)… και τολμώ να πω, πως έχουμε κι ένα καλό βιβλίοπου παρά τη θεματολογία και τους χαρακτήρες των βασικών ηρώων του, κινδυνεύει να γίνει μελό αλλά δεν γίνεται, ασχέτως που στο τέλος η άσπλαχνη καρδιά μου ράγισε και πλάνταξα στο κλάμαγιατί ως γνωστόν, η καρδιά ενός σκορόφιδου είναι ωσάν την καρδιά ενός μαρουλιού κι όσο την ξεφλουδίζεις τόσο πιο μαλακή και ρομαντίκ κι ευαίσθητη γίνεται
Δυο ορφανάΔυο χώρεςΔυο ιστορίεςΗ Μαρί Λορ, η μικρή ορφανή Γαλλίδα, (please μην την αποκαλείτε όπως έχω δει από δω κι από κει, Γαλλιδούλα, λες και είναι μικρή αέρινη danseuse σταFoliesBergere’) που μεγαλώνει με τον πατέρα της, κλειθροποιό στο επάγγελμα στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Παρισιούμε ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: είναι τυφλή  από τα έξι της χρόνια. Από την άλλη ο Γερμανός Βέρνερ, ορφανός από μάνα κι από πατέρα (που τον έφαγε η μαύρη σκόνη του ορυχείου), μεγαλώνει με την αδελφή του, τη Γιούττα (καμία σχέση με την αμερικάνικη πολιτεία), σένα ίδρυμα που διευθύνει η φράου Έλενα, μια υπέροχη γυναίκα από το Στρασβούργο (καμία σχέση με τα ιδρύματα που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε στα βιβλία, τουτέστιν ξύλο, κακοποίηση, παραμέληση. Όχι δεν είναι ένας άλλος Όλιβερ Τουίστ). Κι ένα σπάνιο διαμάντι, η «Φλογισμένη θάλασσα» που την κυνηγάει με μένος ένας Γερμανός αξιωματικός μήπως και καταφέρει να νικήσει τον καρκίνο που του κατατρώει τα σωθικά (τότε δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα το δηλητήριο του μπλε σκορπιού, όπως καταλαβαίνετε). Κι ένας πόλεμος
Παρακολουθούμε λοιπόν αποσπασματικά τη ζωή αυτών των δύο παιδιών, κεφάλαιο το κεφάλαιο, λίγο πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου, μέχρι την απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία. Μου άρεσε πολύ ο τρόπος που παρουσιάζεται η ζωή της Μαρί Λορπουθενά ο συγγραφέας δεν εκβιάζει συναίσθημα λύπησης, δίνει με τόσο εύστοχο τρόπο τις δυσκολίες, τις χαρές, τον τρόπο που ζει ένας τυφλός, που ομολογώ παρά το γεγονός πως έχω διαβάσει αρκετά βιβλία με ήρωες τυφλούς, είναι ίσως η πρώτη φορά που ένιωσα την ηρωίδα. Ο τρόπος που αντιλαμβάνεται τον κόσμο μέσα από τις μυρωδιές και κυρίως την αφή, νομίζω πως ήταν ιδιαίτερα πετυχημένος. Από την άλλη, ο νεαρός Βέρνερ, ταλεντάρα σε ό,τι έχει σχέση με τα ραδιόφωνα, τη ραδιογωνομετρία και την τριγωνομετρία, βρίσκεται να φοιτά σένα από τα επίλεκτα σχολεία των ναζί γιατί θέλει να μην γίνει ανθρακωρύχος σαν τον πατέρα του. Και μεκείνα και με τάλλα, η Μαρί Λορ γίνεται ραδιοπειρατίνα και ο Βέρνερ ο τύπος με το ραδιογωνόμετρο που την κυνηγάει… (εντάξει, δεν ήταν τόσο απλό όπως την εποχή μας που βάζαμε Τερλέγκα στον πειρατικό και μας κυνηγούσε η αστυνομία…)
Τα κεφάλαια είναι μικρά, διαβάζονται γρήγορα, πάντα εναλλάξμια η Μαρί Λορ, μια ο Βέρνερθα μπορούσαν κάλλιστα να διαβαστούν και μόνα τους σαν διηγήματαΣε κάποια σημεία, το βιβλίο πήγαινε αργά, η δράση καθόταν σαν κουρνιαχτός στο Ελ Πάσο, όμως δεν με ενόχλησε καθόλου γιατί θεώρησα πως στον πόλεμο, οι ώρες και οι μέρες κυλούν αργά, κι έτσι κύλησε και η αφήγηση. Ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός, ψάξε ψάξε δεν θα το βρεις, όλοι έχουν ένα ανθρώπινο πρόσωπο κι έτσι έφτασα στο τέλος να μην μπορώ να μισήσω κανέναν βαθιά κι ερπετικά(εξαιρούνται οι διοικητές πάσης φύσεως…)
Φαντάζομαι πως ο Ντορ θέλησε να δώσει την ανθρώπινη διάσταση ενός πολέμου, νομίζω πως τα κατάφερεΛάτρεψα μαντάμ Μανέκ, λάτρεψα θείο Ετιέν, λάτρεψα ΦρίντριχΛάτρεψα Γαλλική αντίσταση (Viva la revolucion, ωχ sorry αυτό είναι από άλλο βιβλίο!) … και κυρίως λάτρεψα Saint Malo, το οποίο θα φροντίσω να εντάξω σε κάποιο από τα φυσιοδιφικά μου τουρ

(η πληροφορία της ημέρας: Το 80% του Saint Malo καταστράφηκε - ή μάλλον κάηκε - από τους βομβαρδισμούς των Συμμάχων... Μαντέψτε; Ξαναχτίστηκε, όχι με την ελληνική μέθοδο της αντιπαροχής,
 αλλά κρατώντας την παράδοση της Βρετάνης...)

Βαθμολογία: 9/10 (γιατί η τελική ιστορία με τον Βέρνερ ήταν ολίγον βιαστική και αρπα-κολλατζίδικη, αλλά οκ)
Υ.Γ. Μέσα από μία γύρα σε διάφορες κριτικο-απόψεις, είδα αρκετούςαρκετές που λένεναι μεν αλλά’… Δεν κατάλαβα, τι τους χάλασε τόσο πολύΠροφανώς, ή μαλάκωσα πολύ ή διάγουμε βίους παράλληλους

ΟΛΟ ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ
Άντονυ Ντορ
Μετάφραση: Νίνα Μπούρη
Εκδόσεις Πατάκη, 2016

Σελίδες 637